Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του κυβερνητικού σχεδιασμού για την επόμενη περίοδο. Και η βασική πρόκληση δεν είναι μόνο να μειωθεί το κόστος στην αγορά, αλλά η μείωση αυτή να περάσει τελικά στο λογαριασμό του καταναλωτή.
Το σχέδιο που παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και εξειδικεύτηκε από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο στηρίζεται σε ένα πακέτο παρεμβάσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων συνολικού ύψους άνω των 5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο κενό: δεν έχει ακόμη δοθεί η αριθμητική κατανομή της μείωσης. Δηλαδή, πόσα ευρώ/MWh αναμένεται να εξοικονομηθούν από τις ΑΠΕ, πόσα από τις μπαταρίες, πόσα από τις διασυνδέσεις και πόσα από τον περιορισμό των ρευματοκλοπών.
Το μεγάλο στοίχημα των μπαταριών
Στην καρδιά του σχεδιασμού βρίσκεται η αποθήκευση ενέργειας. Η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ αυξάνει τις ώρες κατά τις οποίες η χονδρεμπορική τιμή μπορεί να υποχωρεί σημαντικά, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά είναι υψηλή. Το πρόβλημα είναι ότι η φθηνή αυτή ενέργεια δεν είναι διαθέσιμη κατ’ ανάγκη όταν αυξάνεται η ζήτηση.
Εκεί ακριβώς μπαίνουν οι μπαταρίες. Η ισχύς αποθήκευσης από περίπου 700 MW σήμερα προβλέπεται να φτάσει το 1 GW έως το τέλος του έτους, τα 3-4 GW το 2028 και τα 5-7 GW έως το 2030.
Η λογική είναι ότι οι μπαταρίες θα αποθηκεύουν ενέργεια στις ώρες υπερπαραγωγής των ΑΠΕ και θα την επιστρέφουν στο σύστημα όταν η ζήτηση αυξάνεται. Με αυτόν τον τρόπο αναμένεται να περιοριστούν οι απογευματινές αιχμές στη χονδρεμπορική αγορά και η ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου.
Η κυβέρνηση ποντάρει, επομένως, στην αποθήκευση ως έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η αυξημένη πράσινη παραγωγή θα μετατραπεί σε χαμηλότερο κόστος για την αγορά.
Το πόσο, όμως, θα συμβάλει η συγκεκριμένη παρέμβαση στα 70 ευρώ/MWh της συνολικής μείωσης παραμένει άγνωστο.
Διασυνδέσεις: Το όφελος των ΥΚΩ
Πιο συγκεκριμένη είναι η εικόνα στην περίπτωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων. Το κόστος παραγωγής ρεύματος με πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά ανέρχεται σήμερα σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ τον χρόνο. Η δαπάνη αυτή καλύπτεται μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) και επιβαρύνει τελικά τους καταναλωτές.
Η διασύνδεση της Κρήτης και των Κυκλάδων έχει ήδη αλλάξει τα δεδομένα, ενώ στο επόμενο στάδιο βρίσκονται τα έργα για τα Δωδεκάνησα και το Βόρειο Αιγαίο.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπεται, μάλιστα, μείωση κατά 50% της σχετικής χρέωσης ΥΚΩ για τα νοικοκυριά, από 6,9 σε 3,45 ευρώ/MWh.
Σε επίπεδο λογαριασμού, πάντως, το όφελος δεν είναι θεαματικό. Για μια κατανάλωση 300 kWh τον μήνα, η εξοικονόμηση υπολογίζεται περίπου στο 1 ευρώ μηνιαίως.
Οι διασυνδέσεις έχουν, ωστόσο, ευρύτερη σημασία για το σύστημα, καθώς περιορίζουν την ανάγκη λειτουργίας ακριβών πετρελαϊκών μονάδων και δημιουργούν μεγαλύτερο χώρο για την αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ.
Ρευματοκλοπές: Στόχος το 3,5%
Στην εξίσωση της μείωσης του κόστους μπαίνουν και οι ρευματοκλοπές.
Το κόστος τους εκτιμάται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως και επιβαρύνει εμμέσως τους συνεπείς καταναλωτές. Κυβερνητικός στόχος είναι οι μη τεχνικές απώλειες να περιοριστούν στο 3,5% το 2028, από περίπου 5% την περίοδο 2023-2024.
Το βασικό εργαλείο θα είναι η επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, με στόχο την πλήρη κάλυψη των παροχών έως το 2030.
Παράλληλα, ο νέος Κώδικας Προμήθειας επιχειρεί να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οποίες υπολογίζονται σε περίπου 3 δισ. ευρώ.
1,7 δισ. ευρώ για να μειωθεί η κατανάλωση
Δεν είναι όλες οι παρεμβάσεις του σχεδίου προσανατολισμένες στη μείωση της ίδιας της τιμής της κιλοβατώρας.
Ένα σημαντικό μέρος των πόρων, περίπου 1,7 δισ. ευρώ, κατευθύνεται στη μείωση της κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, του συνολικού ενεργειακού κόστους των νοικοκυριών.
Στο πακέτο περιλαμβάνονται ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών, αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης με αντλίες θερμότητας και θερμοσιφώνων, καθώς και ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης.
Παράλληλα, προωθείται νέο πλαίσιο για την αυτοκατανάλωση, με τον συνδυασμό μονάδων ΑΠΕ και συστημάτων αποθήκευσης από νοικοκυριά και επιχειρήσεις με στόχο περισσότερη παραγωγή να καταναλώνεται τοπικά και μικρότερη ποσότητα ενέργειας να αγοράζεται από το δίκτυο στις ώρες που οι τιμές είναι υψηλές.
Το «αστερίσκο» των γεωπολιτικών εξελίξεων
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει, πάντως, ότι η πρόβλεψη για την τιμή του ρεύματος το 2029 δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές.
Στο βασικό σενάριο δεν έχουν ενσωματωθεί ακραίες γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέα άνοδο στις τιμές του φυσικού αερίου και, κατ’ επέκταση, στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Αντίστοιχα, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ αναγνώρισε ότι οι απαιτούμενες επενδύσεις για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις θα είναι υψηλές. Το αυξημένο αυτό κόστος δεν ενσωματώθηκε στην άσκηση ως παράμετρος που θα «ροκανίσει» την επιδιωκόμενη μείωση.
Έτσι, το κυβερνητικό σενάριο στηρίζεται κυρίως στην υπόθεση ότι η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ και, κυρίως, η μεγάλη ανάπτυξη της αποθήκευσης θα οδηγήσουν σε διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά.
Το κενό για τη βιομηχανία
Αν υπάρχει, πάντως, ένας τομέας για τον οποίο το κυβερνητικό σχέδιο δεν δίνει αντίστοιχα συγκεκριμένη απάντηση, αυτός είναι η βιομηχανία.
Οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, με άμεσες επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητά τους. Παρά τις σχετικές αναφορές του πρωθυπουργού, δεν παρουσιάστηκε κάποια εξειδικευμένη παρέμβαση αντίστοιχη με τον ποσοτικό στόχο που τίθεται για τα νοικοκυριά.
Και αυτό αφήνει ένα σημαντικό ερώτημα ανοιχτό: αν η κυβέρνηση θέλει το ρεύμα να γίνει φθηνότερο για τα νοικοκυριά έως το 2029, ποιο θα είναι το αντίστοιχο σχέδιο για τη βιομηχανία;






