Τράπεζα Κύπρου: ισχυρή κεφαλαιακή βάση και διανομές έως 100%
Η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε αναθεώρηση του επιχειρηματικού της σχεδίου για την περίοδο 2026-2028, ανεβάζοντας τον πήχη για την κερδοφορία και τις αποδόσεις προς τους μετόχους. Η διοίκηση εκτιμά ότι η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) θα κινηθεί σε επίπεδα mid-teens, ενώ σε σενάριο κεφαλαιακής βάσης CET1 στο 15% η απόδοση θα ξεπερνά το 20%. Η ισχυρή οργανική δημιουργία κεφαλαίου – που εκτιμάται στις 350-400 μονάδες βάσης ετησίως την τριετία 2026-2028 – δημιουργεί σημαντικό περιθώριο για ανάπτυξη αλλά και υψηλές διανομές προς τους μετόχους.
Σημαντικός πυλώνας των προοπτικών της τράπεζας παραμένουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία αναμένεται να σταθεροποιηθούν το 2026 και στη συνέχεια να αυξάνονται κατά περίπου 3% ετησίως. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται κυρίως στην αύξηση των δανείων κατά περίπου 4% ετησίως, τόσο στη λιανική όσο και στις επιχειρήσεις, καθώς και στη σταδιακή επέκταση των διεθνών εργασιών. Παράλληλα, η τράπεζα στοχεύει σε αύξηση των μη επιτοκιακών εσόδων – προμήθειες, ασφαλιστικές εργασίες και συναλλαγές συναλλάγματος – κατά περίπου 4% ετησίως.
Η λειτουργική αποτελεσματικότητα παραμένει ισχυρή, με τον δείκτη κόστους προς έσοδα να διατηρείται κοντά στο 40%, ενώ το κόστος πιστωτικού κινδύνου εκτιμάται ότι θα παραμείνει στο χαμηλότερο άκρο του εύρους 40-50 μονάδων βάσης. Με κεφαλαιακό δείκτη CET1 στο 21% στο τέλος του 2025 – σημαντικά υψηλότερο από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 15% – η τράπεζα αποκτά στρατηγική ευελιξία για σημαντικές διανομές. Για το 2026 ο στόχος είναι payout έως 90%, ενώ για το 2027 και το 2028 η συνολική διανομή μπορεί να φτάσει έως και το 100% των κερδών, κυρίως μέσω μερισμάτων σε μετρητά.
CrediaBank: το comeback και η φιλοδοξία για τον «πέμπτο πόλο»
Αν η κυπριακή τράπεζα εστιάζει στην ισχυρή κεφαλαιακή της βάση, η CrediaBank επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να καθιερωθεί ως ο πέμπτος ισχυρός πόλος του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η τράπεζα, που προέκυψε από τη βαθιά αναδιάρθρωση και μετεξέλιξη της πρώην Παγκρήτιας, καταγράφει πλέον εντυπωσιακή βελτίωση των μεγεθών της, επιχειρώντας ένα ουσιαστικό comeback μετά από χρόνια προκλήσεων.
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά καμπής. Τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ προβλέψεων ανήλθαν σε 82,5 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 88%, ενώ τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 57,8 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 93%. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 58% και διαμορφώθηκαν σε 168,3 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας την ισχυρή πιστωτική επέκταση και τη διεύρυνση των εργασιών μετά τη συγχώνευση.
Η πιστωτική δραστηριότητα κινήθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα: οι νέες εκταμιεύσεις δανείων ανήλθαν στα 3,4 δισ. ευρώ – αύξηση 47% σε ετήσια βάση – ξεπερνώντας σημαντικά τον στόχο του επιχειρηματικού σχεδίου. Η καθαρή πιστωτική επέκταση έφτασε τα 1,1 δισ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις ενισχύθηκαν κατά 11%, αγγίζοντας τα 6,8 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η τράπεζα διατήρησε ισχυρή ρευστότητα με δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 66% και δείκτη κάλυψης ρευστότητας στο 162%.
Η αναδιάρθρωση της τράπεζας συνοδεύτηκε και από σημαντικές κινήσεις εξορθολογισμού κόστους, όπως η μείωση προσωπικού κατά περίπου 23% και το κλείσιμο καταστημάτων, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα περιορίστηκε στο 63,5% από 69,1% το 2024. Παράλληλα, η στρατηγική της τράπεζας περιλαμβάνει διεθνή επέκταση – με την εξαγορά του 70% της HSBC Μάλτας – καθώς και ενίσχυση των υπηρεσιών επενδυτικής τραπεζικής μέσω της εξαγοράς της Παντελάκης Χρηματιστηριακή.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, το 2025 αποτέλεσε τη «χρονιά επανεκκίνησης», ενώ το 2026 φιλοδοξεί να αποτελέσει το έτος εδραίωσης της τράπεζας σε μια νέα θέση στο τραπεζικό οικοσύστημα.
Optima Bank: Κερδοφορία-ρεκόρ το 2025 – Άλμα 21% στα €170 εκατ.
Την ίδια στιγμή, η Optima bank συνεχίζει την ανάπτυξή της, επιβεβαιώνοντας - κατά την ίδια - τη φήμη της ως της ταχύτερα αναπτυσσόμενης τράπεζας στην Ευρώπη για έκτη συνεχόμενη χρονιά. Το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, με καθαρά κέρδη 170 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 21% σε σχέση με το 2024, ενώ το τέταρτο τρίμηνο σημειώθηκε νέο ιστορικό ρεκόρ κερδοφορίας.
Η δυναμική ανάπτυξη αποτυπώνεται και στα βασικά μεγέθη: οι νέες εκταμιεύσεις δανείων ανήλθαν σε 3,7 δισ. ευρώ (+31%), τα καθαρά δάνεια αυξήθηκαν κατά 40% φτάνοντας τα 5,1 δισ. ευρώ και οι καταθέσεις ενισχύθηκαν κατά 36%, αγγίζοντας τα 6,3 δισ. ευρώ. Το σύνολο ενεργητικού διαμορφώθηκε στα 7,6 δισ. ευρώ, επίσης αυξημένο κατά 36%.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η λειτουργική αποδοτικότητα της τράπεζας. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) διατηρήθηκε στο 25,3%, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη, ενώ ο δείκτης κόστους προς βασικά έσοδα υποχώρησε στο 24,5%, συγκαταλεγόμενος στους χαμηλότερους της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς. Ταυτόχρονα, η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων παραμένει εξαιρετική, με δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο μόλις 1,3%.
Συνολικά, τα αποτελέσματα των τριών τραπεζών δείχνουν ότι το τραπεζικό τοπίο στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή γίνεται πιο πολυκεντρικό. Με διαφορετικές στρατηγικές – από τη γενναιόδωρη μερισματική πολιτική έως την επιθετική ανάπτυξη και την αναδιάρθρωση – οι μικρότεροι παίκτες επιχειρούν να ενισχύσουν το αποτύπωμά τους και να διαμορφώσουν μια νέα ισορροπία δυνάμεων στον κλάδο.





