Σύμφωνα με πληροφορίες που έδωσε στο φως της δημοσιότητας το Variety, η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου, της οποίας ο Ταρ ήταν μέλος από το 1997, ανακοίνωσε την είδηση σήμερα Τρίτη (6/1), αναφέροντας ότι πέθανε το πρωί της ίδιας ημέρας «ύστερα από μακρά και σοβαρή ασθένεια».
Στη σχετική της ανακοίνωση, η Ακαδημία έγραψε ότι «θρηνεί έναν σπουδαίο σκηνοθέτη και μια προσωπικότητα με ισχυρή πολιτική φωνή, ο οποίος όχι μόνο χαίρει βαθύτατου σεβασμού από τους συναδέλφους του, αλλά και λατρεύεται από το κοινό παγκοσμίως. Η πενθούσα οικογένεια ζητά την κατανόηση του Τύπου και του κοινού και να μη ζητηθεί δήλωση αυτές τις δύσκολες ημέρες».
Πρωτοπόρος του αργού ασπρόμαυρου σινεμά
Ο Ταρ υπήρξε πρωτοπόρος του κινήματος του «αργού σινεμά», το οποίο χαρακτηρίζεται από ασπρόμαυρη φωτογραφία, μακρόσυρτα και αδιάκοπα πλάνα, ελάχιστους διαλόγους, απόρριψη της παραδοσιακής αφηγηματικής πλοκής και συχνά ζοφερές απεικονίσεις της καθημερινής ζωής στην Ανατολική Ευρώπη.
Αυτό αποτυπώνεται ίσως πιο χαρακτηριστικά στην ταινία του «Σαταντάνγκο» του 1994, διάρκειας επτάμισι ωρών, η οποία απεικονίζει τον αγώνα ενός μικρού ουγγρικού χωριού μετά την πτώση του κομμουνισμού. Παρά τη διάρκειά της, η ταινία εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο καταξιωμένα έργα του Ταρ και συχνά περιλαμβάνεται σε λίστες με τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.
Τα πρώτα χρόνια
Γεννημένος στο Πεκς της Ουγγαρίας στις 21 Ιουλίου 1955, ο Ταρ είχε αρκετούς μικρούς τηλεοπτικούς ρόλους ως παιδί πριν ξεκινήσει την καριέρα του στον κινηματογράφο σε ηλικία 16 ετών. Οι ερασιτεχνικές του ταινίες τράβηξαν σύντομα την προσοχή των Στούντιο Μπέλα Μπάλας, τα οποία βοήθησαν στη χρηματοδότηση του κινηματογραφικού του ντεμπούτου, της ταινίας «Οικογενειακή Φωλιά» (Family Nest) το 1979. Στη συνέχεια εγγράφηκε στην Ακαδημία Θεάτρου και Κινηματογράφου της Βουδαπέστης, από την οποία αποφοίτησε το 1982, και ίδρυσε το Társulás Filmstúdió, όπου εργάστηκε έως το 1985, όταν το στούντιο έκλεισε για πολιτικούς λόγους (ο Ταρ ήταν ανοιχτά αναρχικών πεποιθήσεων). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου γύρισε ακόμη τρεις ταινίες: «Ο Απ’ Έξω» (The Outsider, 1981), «Οι Προκατασκευασμένοι Άνθρωποι» (The Prefab People, 1982) και «Αλμανάκ του Φθινοπώρου» (Almanac of Fall, 1984).
Από το «Κολαστήριο» στην ευρεία αναγνώριση
Η πέμπτη του ταινία, «Κολαστήριο» (Damnation, 1988), ένα δράμα για έναν καταθλιπτικό άνδρα που είναι ερωτευμένος με μια παντρεμένη τραγουδίστρια, αποτέλεσε την πρώτη ανεξάρτητη παραγωγή στην Ουγγαρία. Προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και καθιέρωσε διεθνώς το χαρακτηριστικό, ελεγχόμενο κινηματογραφικό του ύφος με τις αργές κινήσεις της κάμερας, αποσπώντας ευρεία αναγνώριση. Το «Σαταντάνγκο» ακολούθησε το 1994 έπειτα από εξαετή παύση, ενώ το 2000 κυκλοφόρησε ένα ακόμη από τα πιο επαινεμένα έργα του, το «Οι Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ» (Werckmeister Harmonies). Σκηνοθετημένη από κοινού με τη σύζυγό του, μόνιμη συνεργάτιδα και μοντέζ του, Άγκνες Χρανίτσκι, η σχεδόν δυόμισι ωρών ταινία αποτελείται από μόλις 39 πλάνα και ακολουθεί τη ζωή ενός άνδρα και του θείου του κατά την κομμουνιστική περίοδο στην Ουγγαρία, καθώς και την άφιξη ενός σκοτεινού τσίρκου στην πόλη τους.
Σημειώνεται ότι οι συγκεκριμένες ταινίες του Μπέλα Ταρ, βασίζονται στα ομώνυμα βιβλία του επίσης Ούγγρου συγγραφέα Λάσλο Κρανσαχορκάι, ο οποίος βραβεύτηκε φέτος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τι ταινίες συνοδεύουν οι υποβλητικές και συγκινητικές μελωδίες του μουσικού Μιχάλι Βιγκ.
Το 2007, η ταινία του Ταρ και της Χρανίτσκι «Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο» (The Man From London, 2007), -βασισμένη σε βιβλίο του Ζωρζ Σιμενόν- με πρωταγωνίστρια την Τίλντα Σουίντον, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών και έλαβε γενικά θετικές κριτικές. Το 2011, παρουσίασαν στο Φεστιβάλ Βερολίνου «Το Άλογο του Τορίνο» (The Turin Horse), μια ταινία εμπνευσμένη από το μαστίγωμα ενός αλόγου στην ιταλική πόλη Τορίνο, γεγονός που φημολογείται ότι αποτέλεσε το βίωμα που προκάλεσε την ψυχική κατάρρευση του Γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Νίτσε. Η ταινία κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής και ο Ταρ ανακοίνωσε ότι θα ήταν η τελευταία του.
Μετά το «Άλογο του Τορίνο», ο Ταρ αφιέρωσε τη ζωή του στη διδασκαλία νέων κινηματογραφιστών και ίδρυσε τη σχολή Film.Factory στο Σαράγεβο το 2012. Υπήρξε καθηγητής και επικεφαλής του προγράμματος σπουδών έως το 2016, προσκαλώντας ως επισκέπτες-διδάσκοντες προσωπικότητες όπως η Τίλντα Σουίντον, ο Απιτσατπόνγκ Βεερασεθακούλ, ο Κάρλος Ρεϊγάδας, ο Πέδρο Κόστα, ο Γκας Βαν Σαντ, η Ζυλιέτ Μπινός και ο Ζακ Ρανσιέρ.
Ο Μπέλα Ταρ αφήνει πίσω του τη σύζυγό του, Άγκνες Χρανίτσκι.





