Η εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου τον Φεβρουάριο του 1964 ήταν σαρωτική. Με ποσοστό 52,8% και 171 έδρες, ο Γεώργιος Παπανδρέου διέθετε ισχυρή λαϊκή εντολή να κυβερνήσει. Ωστόσο, το κόμμα του αποτελούνταν από πολιτικές προσωπικότητες με διαφορετικές αφετηρίες και φιλοδοξίες, γεγονός που δυσκόλευε τη συνοχή της κυβέρνησης.
Από τους βασικούς πρωταγωνιστές της νέας κυβέρνησης ήταν ο γιος του πρωθυπουργού, Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος γρήγορα εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα δημοφιλή πολιτικό και εκφραστή της πιο προοδευτικής πτέρυγας της Ένωσης Κέντρου. Η συνεχώς αυξανόμενη επιρροή του προκαλούσε έντονη ανησυχία τόσο στη Δεξιά και στα Ανάκτορα όσο και σε κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών, που αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα τις θέσεις του για την ελληνική εξωτερική πολιτική και την εθνική ανεξαρτησία.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό του κόμματος αναδεικνυόταν ως βασικός αντίπαλος ο υπουργός Οικονομικών Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ικανός πολιτικός, με σημαντική επιρροή σε στελέχη της Ένωσης Κέντρου και στενές σχέσεις με ισχυρούς εκδοτικούς κύκλους, διαφωνούσε ολοένα και περισσότερο με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ενώ δεν έκρυβε τις προσωπικές του φιλοδοξίες για την ηγεσία του κόμματος. Η αντιπαράθεσή του με τον Ανδρέα Παπανδρέου εξελίχθηκε σταδιακά σε μία από τις σημαντικότερες εσωκομματικές συγκρούσεις της εποχής.
Οι τριγμοί έγιναν εμφανείς ήδη από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης, ενώ οι συνεχείς επιθέσεις μερίδας του Τύπου κατά του πρωθυπουργού και κυρίως κατά του Ανδρέα Παπανδρέου όξυναν ακόμη περισσότερο το πολιτικό κλίμα. Η υπόθεση της στρατιωτικής οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ, στην οποία επιχειρήθηκε να συνδεθεί πολιτικά ο Ανδρέας Παπανδρέου χωρίς να προκύψουν δικαστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν συμμετοχή του, αποτέλεσε το βασικό όπλο των αντιπάλων της κυβέρνησης.
Η κρίση κορυφώθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1965, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε να απομακρύνει από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τον Πέτρο Γαρουφαλιά, πολιτικό που θεωρούνταν άνθρωπος της εμπιστοσύνης των Ανακτόρων, και να αναλάβει ο ίδιος το χαρτοφυλάκιο. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, επικαλούμενος την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και την ανάγκη να μη χειριστεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός την έρευνα στην οποία αναφερόταν το όνομα του γιου του.
Οι ανταλλαγές επιστολών μεταξύ βασιλιά και πρωθυπουργού δεν απέδωσαν. Στις 15 Ιουλίου 1965 ο Γεώργιος Παπανδρέου εγκατέλειψε το Μέγαρο Μαξίμου και ο βασιλιάς έδωσε αμέσως εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πρόεδρο της Βουλής Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, χωρίς να προηγηθούν εκλογές.
Η νέα κυβέρνηση στηρίχθηκε σε βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποχώρησαν από το κόμμα τους. Ανάμεσα στις σημαντικότερες προσωπικότητες που πρωταγωνίστησαν στη διάσπαση ήταν και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς εκφραστές του στρατοπέδου των λεγόμενων «Αποστατών». Η στάση του προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και σημάδεψε την πολιτική του διαδρομή για δεκαετίες, καθώς μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης τον ταύτισε με την ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου.
Η αντίδραση των πολιτών ήταν πρωτοφανής. Για εβδομάδες, χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυζαν καθημερινά τους δρόμους της Αθήνας, καταγγέλλοντας το «βασιλικό πραξικόπημα» και ζητώντας την αποκατάσταση της λαϊκής εντολής. Στις 21 Ιουλίου, στις συγκρούσεις με την Αστυνομία, έπεσε νεκρός ο 22χρονος φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας, ο οποίος εξελίχθηκε σε σύμβολο του δημοκρατικού αγώνα εκείνης της περιόδου.
Ακολούθησαν οι κυβερνήσεις Ηλία Τσιριμώκου και Στέφανου Στεφανόπουλου, χωρίς όμως να αποκατασταθεί η πολιτική ομαλότητα. Η παρατεταμένη αστάθεια, η έντονη πόλωση και η διαρκής σύγκρουση μεταξύ πολιτικών και θεσμών αποδυνάμωσαν το δημοκρατικό σύστημα. Οι εκλογές που είχαν προγραμματιστεί για τον Μάιο του 1967 δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, καθώς στις 21 Απριλίου οι συνταγματάρχες κατέλαβαν την εξουσία.






