Η ίδια χρησιμοποίησε τον λατινικό νομικό όρο sine qua non, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς τη συνεργασία όλων, η μετάβαση σε καθαρή ναυτιλία είναι αδύνατη.
Η Σύνοδος, που διεξήχθει με τον τίτλο «Shaping the Future of Shipping Summit», επικεντρώθηκε στα μεγάλα παγκόσμια ζητήματα και στο ρόλο της ναυτιλίας στην οικονομική σταθερότητα. Η πρόεδρος της ΕΕΕ μίλησε για τις συνεχείς πιέσεις που δέχεται ο κλάδος, από γεωπολιτικά μέτωπα, την κλιματική αλλαγή και τις ανθρωπιστικές κρίσεις και υπενθύμισε πως η ναυτιλία «παραμένει ενεργή και παρούσα».
Δεν αμφισβήτησε την ανάγκη για απανθρακοποίηση, αλλά τόνισε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς πράσινα καύσιμα, χωρίς τεχνολογίες και κυρίως χωρίς ευθύνη από όλους, ενώ υπενθύμισε ότι η νομοθέτηση είναι ευθύνη του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), αφήνοντας αιχμές για τις μονομερείς πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε αυτό το σημείο ήρθε και η, κατά πολλούς, αμήχανη δήλωση του Επιτρόπου Μεταφορών, Απόστολου Τζιτζικώστα, που πρότεινε ως λύση τη «μείωση του νομικού πλαισίου». Η αναφορά αυτή θεωρήθηκε αόριστη και ελλιπώς τεκμηριωμένη, ειδικά σε μια περίοδο όπου η ΕΕ εφαρμόζει μέτρα όπως το ETS, τα οποία έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον ναυτιλιακό χώρο.
Ο Επίτροπος, αν και δεν μπήκε σε λεπτομέρειες, άνοιξε τη συζήτηση για το πώς μπορεί να υπάρξει ένα πιο ισορροπημένο ρυθμιστικό περιβάλλον που να στηρίζει μεν τη βιωσιμότητα, χωρίς να πλήττει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ναυτιλίας.
Η παρέμβαση Τραυλού ερμηνεύτηκε ως μια προειδοποίηση προς όσους θεωρούν τη ναυτιλία δεδομένη. Η ελληνική πλευρά δεν απορρίπτει την ανάγκη για πράσινη μετάβαση, αλλά ζητά ισομερή κατανομή βαρών και ξεκάθαρους όρους. Όπως λένε ναυτιλιακές πηγές, «δεν γίνεται να ζητάς πράσινα πλοία χωρίς να έχεις εξασφαλίσει την ύπαρξη πράσινων καυσίμων».







