Το σχέδιο εντάσσεται στη στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας της Χαβάης, με χρονικό ορίζοντα το 2035, και περιλαμβάνει:
- Μείωση 50% των αφίξεων έως το 2030 και 75% έως το 2035.
- Ανάπτυξη υποδομών για ανανεώσιμο ΥΦΑ και στροφή σε καθαρά καύσιμα όπως πράσινη μεθανόλη και αμμωνία.
- Κανονισμούς που θα περιορίζουν αριθμό αφίξεων και μέγεθος πλοίων ανά λιμάνι.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα είναι διπλό: μείωση εκπομπών και βελτίωση της ποιότητας ζωής στο αρχιπέλαγος, με λιγότερη πίεση σε υποδομές, φυσικούς πόρους και κοινωνίες.
Η Ευρώπη ήδη κινείται
Η Χαβάη δεν είναι εξαίρεση. Στην Ευρώπη, αρκετοί προορισμοί έχουν προχωρήσει σε περιορισμούς:
- Η Βενετία απαγόρευσε την είσοδο μεγάλων κρουαζιερόπλοιων στη λιμνοθάλασσα από το 2021, μεταφέροντας τις αφίξεις σε άλλα λιμάνια.
- Η Βαρκελώνη εφάρμοσε όρια στον αριθμό των πλοίων ημερησίως, μειώνοντας αισθητά την κίνηση στο κέντρο της πόλης.
- Τα Κανάρια Νησιά και οι Βαλεαρίδες συζητούν αντίστοιχα μέτρα, με στόχο τον έλεγχο του υπερτουρισμού και τη μείωση των ρύπων.
Η συζήτηση στην Ευρώπη έχει περάσει πλέον από την «καθαρή ανάπτυξη» στο ερώτημα πώς θα ισορροπήσει η κρουαζιέρα με τη φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής.
Η Ελλάδα στον αντίποδα
Στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν υπάρχει καμία απολύτως μέριμνα για τον περιορισμό των επιπτώσεων. Τα λιμάνια του Αιγαίου και του Ιονίου καταγράφουν ρεκόρ αφίξεων, με τον Πειραιά να προβάλλεται ως «πρωτεύουσα της κρουαζιέρας» στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο:
- Δεν υπάρχουν ανώτατα όρια αφίξεων ούτε κριτήρια για το μέγεθος των πλοίων.
- Δεν εφαρμόζονται κανόνες χαμηλών εκπομπών στα καύσιμα.
- Δεν υπάρχουν σχέδια για πράσινες υποδομές ανεφοδιασμού σε λιμένες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι νησιά με μικρή φέρουσα ικανότητα, όπως η Σαντορίνη και η Μύκονος, ασφυκτιούν από την κίνηση, ενώ τα έσοδα για τις τοπικές κοινωνίες παραμένουν δυσανάλογα μικρά σε σχέση με το βάρος που σηκώνουν οι υποδομές και το περιβάλλον.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη. Ενώ διεθνώς αναπτύσσεται μια νέα αντίληψη για την κρουαζιέρα, που εστιάζει στη βιωσιμότητα και στην προστασία του περιβάλλοντος, η Ελλάδα παραμένει χωρίς στρατηγική, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα αποκλειστικά ως πηγή εσόδων. Αυτό την καθιστά εκτεθειμένη τόσο στις κοινωνικές πιέσεις όσο και στην πιθανότητα μελλοντικών κυρώσεων ή ευρωπαϊκών ρυθμίσεων.






