Το νομοσχέδιο, με τίτλο «Sustainability and Fuel Emissions Amendment Law of 2025», έρχεται να τροποποιήσει τους προηγούμενους νόμους του 2022 και 2024, με στόχο την ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και κανονισμούς για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις μεταφορές και τα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα.
Το νομοσχέδιο προβλέπει αυστηρότερα κριτήρια βιωσιμότητας και εκπομπών, συστηματικότερη επαλήθευση συμμόρφωσης και τη δημιουργία πανευρωπαϊκής βάσης δεδομένων για την καταγραφή των στοιχείων βιωσιμότητας καυσίμων. Εισάγει ακόμη μεθοδολογίες υπολογισμού στόχων, καθώς και πρόστιμα σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.
Για την αεροπορία, θεσπίζονται υποχρεώσεις στους προμηθευτές καυσίμων να ενσωματώνουν βιώσιμα και συνθετικά καύσιμα, με ετήσιες εκθέσεις και πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεων.
Το Επιμελητήριο συμμετείχε στη δημόσια διαβούλευση και χαιρέτισε τη διαδικασία, ωστόσο τόνισε ότι τα μέτρα πρέπει να παραμείνουν πρακτικά και εφαρμόσιμα.
Ανέφερε ότι οι μηχανισμοί επαλήθευσης είναι αναγκαίοι αλλά δεν θα πρέπει να δημιουργούν υπερβολικά διοικητικά ή οικονομικά βάρη στους τοπικούς προμηθευτές.
Ζήτησε σαφήνεια για τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τα χρονοδιαγράμματα συμμόρφωσης, ενώ πρότεινε την ψηφιοποίηση και την εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων, ώστε να αποφευχθεί η διπλή καταγραφή μέσω συστημάτων όπως το International Sustainability and Carbon Certification (ISCC).
Το νομοσχέδιο επιτρέπει εργαστηριακούς ελέγχους δειγμάτων ναυτιλιακών καυσίμων και επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα έως 200.000 ευρώ, ακόμη και κράτηση πλοίων σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων θείου.
Το Επιμελητήριο προειδοποίησε ότι τέτοιες ποινές είναι ιδιαίτερα βαριές και ότι ο κίνδυνος κράτησης πλοίου αποτελεί σοβαρό εμπορικό πρόβλημα. Υπογράμμισε πως οι διαδικασίες δειγματοληψίας, ελέγχου και ενστάσεων πρέπει να είναι διαφανείς και δίκαιες, με τη συμμετοχή των προμηθευτών.
Ζήτησε ξεκάθαρα πρωτόκολλα για την αλυσίδα παρακολούθησης, τις επανεξετάσεις και την επίλυση διαφορών, ώστε να προστατεύονται οι προμηθευτές από αδικαιολόγητες κυρώσεις.
Το Επιμελητήριο υπενθύμισε ότι η ναυτιλία ήδη συμμορφώνεται με αυστηρούς κανόνες επαλήθευσης και αναφοράς βάσει του Κανονισμού της ΕΕ 2015/757 για την παρακολούθηση και καταγραφή εκπομπών CO₂. Η εισαγωγή παράλληλων υποχρεώσεων για τους προμηθευτές καυσίμων ενδέχεται να οδηγήσει σε διπλή εποπτεία και ασυνέπειες, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα των κανονισμών.
Τέλος, τόνισε την ανάγκη οι ρυθμίσεις να λάβουν υπόψη τις επιχειρησιακές πραγματικότητες της διεθνούς ναυτιλίας. Όπως επεσήμανε, τα καύσιμα που προμηθεύεται ένα πλοίο σε λιμάνι της ΕΕ μπορεί να καταναλωθούν εκτός ΕΕ, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την αξία και τη λογική της υποχρέωσης αναφοράς κατανάλωσης στη χώρα ανεφοδιασμού.
Προειδοποίησε ότι η υπερβολική διοικητική γραφειοκρατία θα είναι βαρύ οικονομικό και λειτουργικό φορτίο, ειδικά για τους μικρότερους προμηθευτές.
Στις προτάσεις του, το Επιμελητήριο ζήτησε απλούστευση και εναρμόνιση των υποχρεώσεων, αξιοποίηση υπαρχόντων μηχανισμών όπως ο Κανονισμός 2015/757, περίοδο προσαρμογής χωρίς κυρώσεις, σαφή διαχωρισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ προμηθευτών και πλοιοκτητών, εξαίρεση καυσίμων transit, αλλά και κίνητρα για επενδύσεις σε πράσινα καύσιμα.









