Η εξέλιξη αυτή μεταθέτει την εφαρμογή ενός σχεδίου που είχε στόχο τη σταδιακή μείωση των εκπομπών και τη δημιουργία ταμείου για την ενίσχυση τεχνολογιών χαμηλών ρύπων, χρηματοδοτούμενου μέσω επιβαρύνσεων στα πλοία με υψηλή κατανάλωση.
Η αναβολή δεν είναι τυπική. Αντικατοπτρίζει τη βαθιά διαφωνία μεταξύ δύο «μπλοκ» κρατών. Από τη μία πλευρά οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία, που ζητούν αλλαγή της διαδικασίας έγκρισης σε «ρητή αποδοχή», ώστε κάθε χώρα να δηλώνει ξεκάθαρα τη συναίνεσή της και από την άλλη η ΕΕ και οι χώρες που στηρίζουν το υπάρχον σύστημα «αυτόματης αποδοχής», το οποίο επιτρέπει ταχύτερη εφαρμογή των κανονισμών.
Η τροποποίηση αυτή μπορεί να φανεί τεχνική, όμως στην πράξη σημαίνει καθυστέρηση ή και επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας. Για τη Σαουδική Αραβία και άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, η παράταση δίνει χρόνο προσαρμογής και προστατεύει οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με τα ορυκτά καύσιμα. Για τους υποστηρικτές της άμεσης μεταρρύθμισης, όμως, πρόκειται για σαφές πισωγύρισμα.
Η ναυτιλία, που ευθύνεται για περίπου το 3% των παγκόσμιων εκπομπών CO₂, παραμένει χωρίς δεσμευτικό πλαίσιο μείωσης ρύπων για τουλάχιστον ακόμη ένα έτος. Η απόφαση του ΙΜΟ δεν αφορά μόνο την τεχνική προετοιμασία των κρατών, αλλά αναδεικνύει και την πολιτική δυσκολία επίτευξης συναίνεσης σε έναν τομέα όπου τα συμφέροντα ενέργειας, εμπορίου και περιβάλλοντος συγκρούονται ευθέως.







