Μιλώντας στο Open, ο κ. Τσιάρας τόνισε ότι «στην κορυφή των προκλήσεων για τους κτηνοτρόφους βρίσκεται σήμερα η αντιμετώπιση των ζωονόσων», επισημαίνοντας την ανάγκη συνεργασίας Πολιτείας, Περιφερειών και παραγωγών.
Ο κ. Τσιάρας αποκάλυψε ότι «υπάρχουν κτηνοτρόφοι που απέκρυψαν κρούσματα, με αποτέλεσμα να εντοπίζονται νεκρά ζώα ήδη από τη νόσο, γεγονός που οδήγησε σε μεγαλύτερη διασπορά» και πρόσθεσε πως κρίσιμο ρόλο για τον περιορισμό της μετάδοσης έχουν «οι ίδιες οι Περιφέρειες μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών τους, αλλά και οι κτηνοτρόφοι, που οφείλουν να τηρούν με υπευθυνότητα τους κανόνες».
Υπενθύμισε, επίσης, ότι «πέρσι το καλοκαίρι η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πανώλη, την οποία αντιμετωπίσαμε με πολύ μεγάλη επιτυχία, παίρνοντας μάλιστα και τα εύσημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής», ενώ διευκρίνισε πως η εικόνα με την ευλογιά ήταν διαφορετική, καθώς «ο ιός παρουσιάζει εντελώς διαφορετικό επιδημιολογικό μοντέλο – ο ιός της πανώλης ζει 21 μέρες, ενώ της ευλογιάς έξι μήνες, κάτι που δυσκολεύει την ανάσχεση». Όπως σημείωσε, η κλιματική κρίση ευνοεί τη διάδοση και τα στελέχη των ιών έχουν γίνει πιο ανθεκτικά και μεταδοτικά.
Αναφορικά με τα εμβόλια, ο υπουργός έκανε λόγο για «ένα τεράστιο επιστημονικό ντιμπέιτ» ως προς το κατά πόσο ενδείκνυται ο εμβολιασμός σήμερα, τονίζοντας ότι «οι συνέπειες μπορεί να είναι μεγάλες ειδικά για τη φέτα τα επόμενα χρόνια. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο ζήτημα επιβίωσης». Ξεκαθάρισε, δε, ότι κάθε σχετική καταγγελία «έχει έρθει σε γνώση μας έχει διαβιβαστεί στον εισαγγελέα».
Σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κ. Τσιάρας ανέφερε πως το πρόβλημα είναι «διαχρονικό, πολυεπίπεδο και πολυπαραγοντικό» και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί «με μια τόσο εύκολη ή απλοϊκή προσέγγιση όπως πολλές φορές επιχειρείται στη δημόσια συζήτηση». Υπενθύμισε ότι η κατανομή πόρων με βάση τα ιστορικά δικαιώματα ήταν «ευρωπαϊκή επιλογή» και σημείωσε πως στο παρελθόν «υπήρχαν προβλήματα με τα διπλά ζυγίσματα και καταγραφές που δεν μπορούσαν να ελεγχθούν». Στη νέα προγραμματική περίοδο, όπως είπε, η ευρωπαϊκή συζήτηση εστιάζει στη μετατόπιση των ενισχύσεων από τα δικαιώματα στην πραγματική παραγωγή.
Για τις παράνομες επιδοτήσεις, ο κ. Τσιάρας απέδωσε το πρόβλημα και σε «νομοθετικές ρυθμίσεις που δημιούργησαν τη δυνατότητα δήλωσης εικονικών βοσκοτόπων, ενώ το 2017 δόθηκε ακόμη και η δυνατότητα να παίρνει κανείς επιδοτήσεις χωρίς ζώα». Διευκρίνισε ότι από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε, «με εντολή του ίδιου του Πρωθυπουργού, εστίασα όλο το βάρος στην επίλυση του ζητήματος του ΟΠΕΚΕΠΕ, με συγκεκριμένα βήματα, με σχέδιο δράσης σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σε επικοινωνία με τον Ευρωπαίο Επίτροπο και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία».
Ο υπουργός τόνισε ότι η μεγάλη αλλαγή είναι πως «όλες οι πληρωμές γίνονται πλέον με απόλυτους διασταυρωτικούς ελέγχους, όχι με δειγματοληπτικούς - διοικητικούς» και ότι «έχουμε αλλάξει τα κριτήρια και οι ενισχύσεις θα δίνονται με διαφορετικό τρόπο. Δεν μπορεί να συνεχιστεί πλέον η ίδια πρακτική». Αποκάλυψε, επίσης, ότι «όταν προαναγγείλαμε ελέγχους για τη βιολογική κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία, υπήρξε ένας τεράστιος αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων, άνθρωποι που δεν πήγαν καν στο ραντεβού για τον πραγματικό έλεγχο. Όλοι πλέον γνωρίζουν ότι θα ελεγχθούν και θα βρεθούν αντιμέτωποι με ποινικές ευθύνες».
Τέλος, ξεκαθάρισε ότι στη νέα προγραμματική περίοδο προτεραιότητα είναι οι επιδοτήσεις να κατανέμονται με βάση την πραγματική παραγωγή και όχι τα ιστορικά δικαιώματα.





