Παρά τις αλλεπάλληλες συσκέψεις της ηγεσίας του ΣΕΒ με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και τη ρητή δέσμευση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη πριν από έναν μήνα, η εξειδίκευση των παρεμβάσεων καθυστερεί. Την ίδια στιγμή, βουλευτές της ΝΔ αναλαμβάνουν κοινοβουλευτική πρωτοβουλία, ζητώντας απαντήσεις για ένα ζήτημα που αγγίζει εξίσου τη βιομηχανία, τον τουρισμό και τα νοικοκυριά.
Οι 11 βουλευτές που υπογράφουν τη σχετική ερώτηση προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, επικαλούνται δημόσιες παρεμβάσεις κορυφαίων εκπροσώπων της επιχειρηματικής κοινότητας, οι οποίοι επισημαίνουν ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και απειλεί την παραγωγική βάση της χώρας.
Παράλληλα, τονίζουν ότι, παρά τη μεγάλη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και τη σταθεροποίηση του κόστους φυσικού αερίου, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Στην ερώτησή τους οι βουλευτές σημειώνουν, μεταξύ άλλων, ότι η εφαρμογή του Target Model στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς δεν οδήγησε σε μείωση των τιμών ούτε ενίσχυσε τον ανταγωνισμό. Επισημαίνουν επίσης ότι, παρά τη μεγάλη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η χονδρεμπορική τιμή συνεχίζει να διαμορφώνεται με βάση τις πιο ακριβές συμβατικές μονάδες, γεγονός που στερεί από τους καταναλωτές και τη βιομηχανία το όφελος του φθηνότερου «πράσινου» ρεύματος.
Παράλληλα, τονίζουν ότι η έλλειψη επαρκούς ρευστότητας και ανταγωνισμού στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνει δυσανάλογα τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις και περιορίζει τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης καλύτερων τιμών.
Με αυτό το σκεπτικό, απευθύνουν ερώτημα προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, ζητώντας να διευκρινίσει ποια μέτρα θα ληφθούν τόσο για χαμηλότερο ρεύμα στους καταναλωτές όσο και για το υψηλό κόστος της βιομηχανίας, αλλά και ποιες μεταρρυθμίσεις θα γίνουν αναφορικά με τη λειτουργία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας ώστε η τιμή χονδρικής πώλησης ηλεκτρικού να μη διαμορφώνεται με βάση την πάντοτε ακριβότερη Οριακή Τιμή, η οποία καθορίζεται σε τελική φάση από τις υψηλές τιμές των ορυκτών καυσίμων και όχι από τις ΑΠΕ;
Στην αναμονή η παραγωγή
Στο μεταξύ, λίγες ώρες μετά τις παρεμβάσεις του προέδρου του ΣΕΒ. Σπ. Θεοδωρόπουλου, του προέδρου της Ελληνικής Παραγωγής Μ. Στασινόπουλου και της προέδρου του ΣΒΕ Λουκίας Σαράντη, στην ημερίδα για τη μεταποίηση του ΙΟΒΕ, φαίνεται ότι διαμορφώνεται ένας άμεσος ορίζοντας για τη διαμόρφωση μια φόρμουλας στήριξης.
Αν και το «ιταλικό μοντέλο» που είχε προτείνει ο ΣΕΒ, στο τραπέζι εναλλακτικά φαίνεται να πηγαίνει προς το «ράφι», καθώς εκτιμάται ότι αφήνει «εκτός» μονάδες, αλλά και έχει σημαντικό δημοσιονομικό βάρος, τα στελέχη του ΥΠΕΝ, εξετάζουν πέντε έως έξι εναλλακτικά σενάρια, χωρίς ακόμη να έχει αποσαφηνιστεί ποια από αυτά θα προχωρήσουν.
Όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, το ζητούμενο είναι να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ του κόστους των παρεμβάσεων και των συνολικών αναγκών του ενεργειακού συστήματος, καθώς η βιομηχανία δεν είναι ο μόνος κλάδος που χρειάζεται στήριξη. «Υπάρχουν πολλές ταυτόχρονες ανάγκες, διαφορετικοί χρονισμοί και αποδέκτες και σε κάθε μέτρο υπάρχουν υπέρ και κατά — γι’ αυτό και δεν έχουν προχωρήσει ακόμη οι αποφάσεις», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με την αρχική πρόταση του ΣΕΒ, οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα λάμβαναν ενίσχυση στην τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για μέρος της ετήσιας κατανάλωσής τους, για τρία έτη. Μετά την παρέλευση της τριετίας, οι δικαιούχοι θα επέστρεφαν, σε βάθος 20ετίας, την αντίστοιχη ποσότητα ενέργειας μέσω επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, είτε απευθείας είτε μέσω διμερών συμβάσεων (PPAs) με παραγωγούς ΑΠΕ.
Το ΥΠΕΝ
Στο μεταξύ, ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο συνέδριο «Green Deal Greece 2025», υπογράμμισε την προτεραιότητα που δίνει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στη βιομηχανική μετάβαση, στηρίζοντας ενεργοβόρες μονάδες όπως είναι οι σιδηρουργίες, οι τσιμεντοβιομηχανίες και τα διυλιστήρια. Τέλος, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις προοπτικές που δημιουργεί η αξιοποίηση ορυκτών πρώτων υλών, με επενδύσεις σε χρυσό, χαλκό και στρατηγικά κοιτάσματα. «Αλλάζουμε επίπεδο δράσης χάρη σε ανθρώπους που βοηθούν τη χώρα να υλοποιήσει σημαντικά έργα. Όραμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι να κινηθεί ταχύτερα με γνώμονα το δημοσιονομικό κόστος» σημείωσε κλείνοντας ο Υφυπουργός.
Στην τοποθέτησή της η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών Δέσποινα Παληαρούτα τόνισε ότι «η πράσινη μετάβαση αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας — αλλά και μια ιστορική ευκαιρία για τη χώρα. Στην Ελλάδα, η ενεργειακή πολιτική και η πολιτική για τις ορυκτές πρώτες ύλες αποτελούν δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής: της μετάβασης σε μια ανθεκτική, ανταγωνιστική και βιώσιμη οικονομία».
Όπως εξήγησε: «το ΥΠΕΝ υλοποιεί ένα συνολικό σχέδιο που συνδυάζει επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις και καινοτομία, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους, τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, και τη στήριξη της βιομηχανίας και της πράσινης ανάπτυξης».
Συνεχίζοντας η κα Παληαρούτα ανέφερε ότι στον τομέα της ενέργειας, προχωρούμε σε τρεις βασικούς άξονες:
Πρώτον, στην ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της αποθήκευσης. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης σε εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ, με πάνω από 60% συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή το 2024. Παράλληλα, δρομολογούμε νέες επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης, ώστε η πράσινη ενέργεια να είναι διαθέσιμη όποτε χρειάζεται, ενισχύοντας τη σταθερότητα και την ασφάλεια του συστήματος.
Δεύτερον, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της περιφερειακής διασυνδεσιμότητας. Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε στρατηγικό κόμβο ενέργειας για την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μέσα από έργα όπως οι διεθνείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις με Κύπρο, Αίγυπτο και Ιταλία, και οι ενισχύσεις των εγχώριων δικτύων μεταφοράς και διανομής.
Τρίτον, στην αξιοποίηση της καινοτομίας, των χρηματοδοτικών εργαλείων και των νέων τεχνολογιών. Μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το νέο ΕΣΕΚ, χρηματοδοτούμε έργα αποθήκευσης, ενεργειακής απόδοσης, διασυνδέσεων, καθαρών τεχνολογιών και βιομηχανικών clusters.
Επιπλέον, πρόσθεσε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ορυκτό δυναμικό και ένα εκσυγχρονισμένο θεσμικό πλαίσιο, που εναρμονίζεται με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (CRMA).
«Σήμερα», σύμφωνα πάντα με την κα Παληαρούτα, «προτεραιότητα αποτελεί: η υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες, η ενίσχυση της έρευνας και της βιώσιμης εκμετάλλευσης, και η προσέλκυση επενδύσεων με αυστηρή περιβαλλοντική προστασία και κοινωνική συναίνεση».
«Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέπει τις προκλήσεις σε ευκαιρίες. Με σταθερό σχεδιασμό, επενδύσεις σε υποδομές και αξιοποίηση της γνώσης και της καινοτομίας, οικοδομούμε ένα νέο, βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο που θα αποτελέσει θεμέλιο για την ανάπτυξη της επόμενης δεκαετίας», ανέφερε καταλήγοντας η κα Παληαρούτα.
Απαντώντας στο ερώτημα γιατί οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές για τους καταναλωτές, ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου EnExGroup διευκρίνισε ότι το Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν λειτουργεί ως ένα συμβατικό χρηματιστήριο, καθώς το 95% των όγκων για τους οποίους γίνεται διαπραγμάτευση «είναι φυσική ενέργεια» όπως είπε. Τόνισε ότι οι τιμές της ενέργειας στην Ελλάδα σήμερα είναι 30% κάτω από τα επίπεδα της Γερμανίας, ενώ πριν εισαχθεί το μοντέλο target model, οι τιμές στην Ελλάδα ήταν τριπλάσιες από αυτές της Γερμανίας. Διευκρίνισε επίσης ότι τα έσοδα του ομίλου EnExGroup δεν εξαρτώνται από τις τιμές της ενέργειας.
Σε ότι αφορά στο ενεργειακό μείγμα, ο Αλ. Παπαγεωργίου εξέφρασε την εκτίμηση ότι «τα επόμενα 20 χρόνια το φυσικό αέριο θα είναι απαραίτητο» και τόνισε ότι για το χρηματιστήριο ενέργειας «νούμερο ένα προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη υπηρεσιών και πλατφορμών που θα βοηθήσουν την Ελλάδα να γίνει κόμβος μεταφοράς φυσικού αερίου προς την κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια».
Μίλησε επίσης για την «ιστορική αλλαγή», όπως την χαρακτήρισε, που συντελέστηκε πριν από ένα μήνα, με την εισαγωγή 15λεπτων προϊόντων και η οποία έχει οδηγήσει σε τετραπλασιασμό των συναλλαγών.






