Ουσιαστικές εξελίξεις, λοιπόν, στα ελληνοτουρκικά δεν αναμένονται, ωστόσο, η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Τουρκία είναι σαφές πως έχει σημαντικό περιεχόμενο και δεν είναι τυχαίο ότι συνολικά 9 υπουργοί και ένας υφυπουργός συνοδεύουν τον πρωθυπουργό, συνθέτοντας μία 11άδα κορυφαίων αξιωματούχων.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας θα επικεντρωθεί στα διμερή ζητήματα, τονίζει η ελληνική πλευρά. Η ατζέντα περιλαμβάνει το μεταναστευτικό, συνεργασία στην πολιτική προστασία, συνεργασία στην οικονομία και τις εμπορικές συναλλαγές, συνεργασία στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά και σε θέματα πολιτισμού. Το θέμα της οριοθέτησης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας δεν είναι στην ατζέντα σύμφωνα με την εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών, εάν τεθεί θα συζητηθεί.
Σκοπός του Ανώτατου Συμβουλίου σύμφωνα με την Αθήνα είναι να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας ούτως ώστε να εκτονώνονται δυνητικές κρίσεις, θα τεθεί επί τάπητος και η πρόοδος που έχει σημειωθεί στη συνεργασία των δύο χωρών τα τελευταία δυο χρόνια, ενώ αναμένεται να συζητηθούν περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις σε σχέση με την Ουκρανία, το Ιράν και τη Μέση Ανατολή.
Η παρουσία της υπουργού Παιδείας φανερώνει ενδεχομένως εξελίξεις για τη λειτουργία της Σχολής της Χάλκης.
Η κατ’ ιδίαν συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν έχει προγραμματιστεί για τις 15:15 ώρα Ελλάδας, αντί για τις 14:15 που είχε αρχικά ανακοινωθεί. Αμέσως μετά θα ακολουθήσει η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Στις 17:00 ώρα Ελλάδας, οι δύο ηγέτες θα προβούν σε δηλώσεις προς τον Τύπο, ενώ αργότερα θα παρατεθεί δείπνο προς τιμήν της ελληνικής αντιπροσωπείας από τον Πρόεδρο της Τουρκίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως ο κ. Ερντογάν προσκάλεσε στο δείπνο και τον πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος ανταποκρίθηκε θετικά στο κάλεσμα.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dgbwj3p46269?integrationId=eexbs1jkg0kofln}
Εσωτερικές αντιδράσεις και χαμηλός πήχης
Στο εσωτερικό, η συνάντηση προκαλεί αντιδράσεις. Ο Αντώνης Σαμαράς χαρακτήρισε «τεράστιο λάθος» το τετ α τετ Μητσοτάκη–Ερντογάν, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα «σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις» τη στιγμή που η Τουρκία αμφισβητεί εμπράκτως την ελληνική κυριαρχία. Η κριτική αυτή αποτυπώνει έναν υπαρκτό φόβο: μήπως ο διάλογος εκληφθεί ως ανοχή.
Γι’ αυτό και ο πήχης των προσδοκιών είναι χαμηλός. Κανείς δεν περιμένει άμεσες λύσεις ή συμφωνίες ουσίας. Αυτό που επιδιώκεται είναι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων, ώστε –αν και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες– να μην επιβληθούν ρυθμίσεις «απ’ έξω».
Το πραγματικό διακύβευμα
Στο βάθος όλων αυτών βρίσκεται και το ενδεχόμενο επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Ελλάδα, μετά την αναφορά της αμερικανίδας Πρέσβη Κίμπερλι Γκιλφόιλ. Υπενθυμίζεται ότι η φετινή Σύνοδος του ΝΑΤΟ διεξάγεται στην Άγκυρα. Ως εκ τούτου, αναλυτές θεωρούν ότι μία επίσκεψη του Τραμπ στη Σύνοδο θα μπορούσε να συνοδευτεί με επίσκεψη του πλανητάρχη στην Αθήνα. Μια τέτοια επίσκεψη θα αναβάθμιζε συμβολικά τον ρόλο της Αθήνας στον αμερικανικό σχεδιασμό, αλλά ταυτόχρονα θα αύξανε την πίεση για «αποτελέσματα» στην περιοχή.
Η Ελλάδα δεν είναι ούτε υπερδύναμη ούτε νέο ενεργειακό Ελντοράντο. Είναι όμως κρίσιμος κρίκος σε μια περιοχή που αλλάζει ραγδαία. Το στοίχημα για την Αθήνα είναι να ισορροπήσει ανάμεσα στην αποτροπή και τον διάλογο, στην ευρωπαϊκή «πράσινη» στρατηγική και την αμερικανική ενεργειακή πραγματικότητα, χωρίς να εγκλωβιστεί σε λογικές μηδενικού αθροίσματος.
Η συνάντηση στην Άγκυρα δεν λύνει προβλήματα. Αλλά δείχνει ποιοι θέλουν να τα συζητήσουν μόνοι τους – και ποιοι φοβούνται μήπως τους τα «λύσουν» άλλοι.









