Σύμφωνα με πηγές από το περιβάλλον του κ. Σαμαρά, ο ίδιος εξέφρασε τις ανησυχίες του για την εξωτερική πολιτική, λέγοντας ότι η κυβέρνηση κινείται σε λάθος κατεύθυνση, και υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση αν η Τουρκία δεν αποδεχθεί το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Υποστήριξε, δε, ότι η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις που ακολούθησαν και την πραγματικότητα επί του πεδίου, επέτειναν την αίσθηση του κινδύνου της παγιοποίησης τετελεσμένων σε βάρος της Ελλάδας.
«Έχει κατανοήσει η κυβέρνηση ότι με συνεχείς αναφορές στη δήθεν “θετική ατζέντα” και με την επίκληση της συνθήκης των Αθηνών περί Φιλίας, “ξεπλένει” ουσιαστικά την Τουρκία στα μάτια της διεθνούς πολιτικής σκηνής και της κοινής γνώμης; Δεν βλέπει την κλιμάκωση των τουρκικών απαιτήσεων και διεκδικήσεων, όχι μόνο επί χάρτου αλλά και επί του πεδίου;», φέρεται να ανέφερε.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές από το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού, ο κ. Σαμαράς στάθηκε ιδιαίτερα και στην αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη περί επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία σε «διεθνές δικαιοδοτικό όργανο», διερωτώμενος τι σημαίνει αυτή η διατύπωση, από τη στιγμή που η Άγκυρα δεν δέχεται το Δίκαιο της Θάλασσας και άρα – κατά τον ίδιο – δεν τίθεται ζήτημα περαιτέρω συζήτησης.
Φέρεται να σχολίασε, ακόμη, την αναφορά σε συνεργασία για το μεταναστευτικό με την Τουρκία, σημειώνοντας ότι παρατηρείται εργαλειοποίηση του ζητήματος από τους γείτονες, με πρόσφατο παράδειγμα την τραγωδία στη Χίο, όπου η Τουρκία από την πρώτη στιγμή έθεσε το ζήτημα δικαιοδοσίας στην έρευνα και διάσωση.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα ερωτήματα που προκύπτουν κατά οτν κ. Σαμαρά είναι: γιατί δεν καταδικάστηκε αυτή η εργαλειοποίηση; Γιατί δεν ζητήθηκε από την Τουρκία να αναλάβει τις ευθύνες της, ώστε να μην χρησιμοποιεί ανθρώπινες ζωές για πολιτικούς λόγους;
Παράλληλα, διερωτήθηκε τι σημαίνει η δέσμευση στην κοινή δήλωση για «μηχανισμούς επικοινωνίας» και για την «εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης προς αποφυγή κλιμάκωσης και κινδύνων» και έθεσε το ερώτημα εάν θα απαιτείται προσυνεννόηση για πλήθος ζητημάτων, όπως η θαλάσσια έρευνα, η χωροταξία και η πόντιση καλωδίων.
«Η Ελλάδα, άραγε, θεωρεί τις τουρκικές έρευνες στην περιοχή μεταξύ Λιβύης και Κρήτης πηγή έντασης; Το τουρκολιβυκό μνημόνιο; Το Κυπριακό;», φέρεται να σημείωσε ακόμη ο Αντώνης Σαμαράς.
Υπό το ίδιο πρίσμα, σχολίασε επικριτικά και την αναφορά ότι οι δύο χώρες είναι αποφασισμένες να αξιολογήσουν «υφιστάμενες ευκαιρίες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας — ιδίως στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας και στις ανανεώσιμες πηγές — με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας».
Αναρωτήθηκε εάν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει τον δρόμο για τη συνδιαχείριση των ενεργειακών πηγών του διαδρόμου του Αιγαίου και της Α. Μεσογείου και να σημάνει την έμπρακτη αποδοχή της τουρκικής δικαιοδοσίας.
Σημείωσε, δε, πως ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν καταδίκασε – κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων – την έκδοση Navtex επ’ αόριστον, η οποία διχοτομεί πρακτικά το Αιγαίο, ενώ εξίσου δηκτικά σχολίασε και την μη αναφορά εκ μέρους της ελληνικής πλευράς στις συνεχιζόμενες θηριωδίες εναντίον του Χριστιανικού πληθυσμού στη Συρία.
Ο κ. Σαμαράς τόνισε, επίσης, πως η «Ελλάδα έπρεπε εξαρχής να μετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ, πολύ περισσότερο από την ώρα που σε αυτό μετέχουν Τουρκία – Ισραήλ – Κύπρος – Βουλγαρία – Ιταλία και άλλες χώρες, και όχι να δίνει διαρκώς την εντύπωση ότι σύρεται».
Τέλος, για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ανέφερε – σύμφωνα με τις ίδιες πηγές – ότι δεν «πρέπει αυτή να είναι αντικείμενο κομματικών στοχεύσεων και ότι δεν πρέπει να διεξάγεται με όρους καθαρά επικοινωνιακούς».



