Τα διλήμματα που δεν ενδιαφέρουν τον κόσμο
Κι εξηγούμαστε: Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει με διαφορά πρώτο κόμμα. Ωστόσο, οι μετρήσεις δείχνουν ότι το παραδοσιακό κεντροδεξιό κόμμα απέχει σημαντικά από το όνειρο της τρίτης συνεχόμενης αυτοδυναμίας. Στην δημοσκόπηση της Metron Analysis, η ΝΔ καταγράφεται στην πρόθεση ψήφου μόλις στο 21%. Το «καμπανάκι» του Νίκου Δένδια, ο οποίος υποστήριξε σε παρέμβασή του από το Αγρίνιο πως το κόμμα οφείλει να διατηρήσει τη λαϊκότητά του δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία. Η μητσοτακική πτέρυγα αρνήθηκε προφανώς οποιαδήποτε αποξένωση του φορέα από τις βασικές του αρχές.
Ελαφρώς καλύτερη είναι η εικόνα της ΝΔ σε δημοσκόπηση της Marc, όπου στην πρόθεση ψήφου πιάνει 27,8%. Ωστόσο και σε αυτήν την μέτρηση η αυτοδυναμία δεν φαντάζει εφικτή.
Ωστόσο, το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να αδυνατεί να παρουσιάσει πειστικές λύσεις για την αντιμετώπιση κομβικών ζητημάτων που δυσκολεύουν την καθημερινότητα των πολιτών (π.χ. το στεγαστικό). Την ίδια στιγμή, το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» δείχνει να μην έχει απήχηση, όπως και το επιχείρημα περί αναγκαίας σταθερότητας ενόψει της ανάληψης της ευρωπαϊκής προεδρίας στο δεύτερο μισό του 2027.
Τα προβλήματα του ΠΑΣΟΚ
Στον χώρο της Κεντροαριστεράς τα πράγματα δείχνουν ακόμη πιο περίπλοκα, καθώς κυριαρχεί ο μεγάλος κατακερματισμός. Το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να αποκομίσει κέρδη από την κυβερνητική φθορά και αρκετοί συνδέουν το γεγονός αυτό με την αδυναμία του προέδρου του, Νίκου Ανδρουλάκη, να πείσει ως προς την καταλληλότητά του για τη θέση του πρωθυπουργού. Το κόμμα φροντίζει μεν να τοποθετείται πολιτικά και να καταθέτει προτάσεις στη δημόσια σφαίρα, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να πείσει. Ως συνέπεια, βυθίζεται στην εσωστρέφεια.
Διαφορετικές τάσεις αντιμάχονται μεταξύ τους, χωρίς να γίνεται αντιληπτή κάποια σαφής εναλλακτική στρατηγική σε σχέση με εκείνη που ακολουθεί η σημερινή ηγεσία. Παράλληλα, η συζήτηση για τα διαδικαστικά του συνεδρίου και οι «μεταγραφές-επιστροφές» στελεχών δύσκολα θα συνεισφέρουν στην ενίσχυση των ποσοστών του κόμματος, καθώς τέτοιου είδους κινήσεις δεν λένε πολλά στα ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας. Το ζητούμενο είναι το κόμμα να πείσει το εκλογικό κοινό ότι μπορεί να προσφέρει προοπτική. Προς το παρόν τραβά περισσότερο την προσοχή για τις αντιπαραθέσεις εντός των μηχανισμών του.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι υποθέσεις Χατζηδάκη και Παναγόπουλου δυσκολεύουν το ΠΑΣΟΚ να προβάλει την εικόνα ενός ανανεωμένου οργανισμού που έχει αφήσει πίσω του αμαρτίες του παρελθόντος και πρακτικές που πλήγωσαν το κόμμα και την κοινωνία.
Σαφέστερη εικόνα για τον δρόμο που θα επιλέξει να ακολουθήσει ο Νίκος Ανδρουλάκης για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση – όποτε κι αν αυτή προκύψει – θα δοθεί από το συνέδριο του Μαρτίου.
Επιπλέον, εξακολουθούν να λείπουν οι προϋποθέσεις για μια ευρύτερη ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ αργοπεθαίνει και περιμένει το νεύμα του Αλέξη Τσίπρα, τη στιγμή που στην Τρικούπη δύσκολα θα αποδεχθούν την ενσωμάτωσή τους σε έναν φορέα υπό την ηγεσία του. Στη Νέα Αριστερά, που ουσιαστικά είναι χωρισμένη στα δύο, η πλειοψηφία προκρίνει την αυτόνομη πορεία, παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπικές επιδόσεις δεν δείχνουν είσοδο στην επόμενη Βουλή.
Ο Τσίπρας εγκλωβισμένος στον ΣΥΡΙΖΑ και τους μονολόγους
Όσον αφορά τον Αλέξη Τσίπρα, το rebranding φαίνεται να έχει φτάσει προ πολλού στα όριά του. Εν μέσω αδυναμίας εύρεσης νέων, άφθαρτων προσώπων που θα ήθελαν να συμμετάσχουν στο εγχείρημά του – πρόβλημα που αντιμετωπίζουν και τα υπόλοιπα συστημικά κόμματα – ο πρώην πρωθυπουργός καταλήγει ουσιαστικά στην ίδρυση ενός «ΣΥΡΙΖΑ 2.0», χωρίς τα «βαρίδια» του παρελθόντος. Η ρητορική που χρησιμοποιεί δεν διαφέρει ιδιαίτερα από εκείνη της περιόδου 2019-2023, ενώ και στις δημοσκοπήσεις η δεύτερη θέση φαίνεται να αποτελεί το ανώτατο όριο που μπορεί να πετύχει.
Την ίδια στιγμή, οι παρουσιάσεις της «Ιθάκης» δεν έχουν την απήχηση που είχε η πρώτη εκδήλωση στο Παλλάς, μια προβολή που τότε δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, οι οποίες ωστόσο δεν επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια. Στις περιοδείες του στην περιφέρεια, ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει εγκλωβισμένος στην επανάληψη μονολόγων (έστω με διαφορετικό θεματικό επίκεντρο), που απευθύνονται κυρίως στους ήδη πεισμένους. Ίσως μια πιο αντιπαραθετική παρουσία, σε μορφή συνέντευξης ή διαλόγου, σε πλατφόρμες όπως το YouTube και το Spotify – που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερο αυθορμητισμό – να τον έβγαζε από την «ασφαλή ζώνη» και να προσέλκυε μεγαλύτερο ενδιαφέρον πέραν της σφαίρας επιρροής του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ.
Ποιον απειλεί η Καρυστιανού;
Όσον αφορά τη Μαρία Καρυστιανού και το υπό διαμόρφωση κόμμα της, η αρχική δυναμική δείχνει να περιορίζεται. Αυτό σχετίζεται τόσο με την πολιτική της απειρία όσο και με την απογοήτευση που προκάλεσαν δηλώσεις της για τις αμβλώσεις και η εμφανώς πρόχειρη προσέγγισή της στα ελληνοτουρκικά. Η στάση αυτή ανακούφισε, προφανώς, το επιτελείο του Τσίπρα, καθώς φαίνεται να κινείται εκτός του χώρου της Κεντροαριστεράς.
Επιβεβαιώνεται, πάντως, για ακόμη μια φορά ότι οι δημοσκοπήσεις συχνά αποδίδουν υψηλότερα ποσοστά σε πρόσωπα πριν αυτά ανακοινώσουν την ίδρυση νέου φορέα, ενώ μονοπρόσωποι πολιτικοί οργανισμοί χωρίς ισχυρή ομάδα στελεχών δύσκολα αποδεικνύονται μακροπρόθεσμα βιώσιμοι. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού αφορά, προς το παρόν, το κατά πόσο μπορεί να αποσπάσει ψηφοφόρους από κόμματα που κινούνται στον αντισυστημικό χώρο, όπως η Ελληνική Λύση και η Πλεύση Ελευθερίας.
Επανάληψη του 2012;
Το κομματικό σύστημα είναι ήδη κατακερματισμένο, δεδομένου του μεγάλου αριθμού κομμάτων που βρίσκονται εντός Βουλής. Αν και αναμένονται μετακινήσεις και πιθανές ανακατατάξεις, ο μεγάλος αριθμός θα διατηρηθεί εκτός απροόπτου και στην επόμενη Βουλή. Με τα σημερινά δεδομένα, η Νέα Δημοκρατία θα χρειαστεί να αναζητήσει εταίρο. Και με βάση αυτό το στοιχείο, δεν αποκλείεται να προκύψει μια επανάληψη – έστω σε διαφορετικές συνθήκες – του 2012, με τα συστημικά κόμματα να κληθούν πιθανότατα να συγκροτήσουν κυβέρνηση συνεργασίας.









