Η απήχηση της «Ιθάκης» και ο κίνδυνος του ΣΥΡΙΖΑ 2.0
Η έκδοση του βιβλίου «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα, στο οποίο αφηγείται τη δική του οπτική για τα γεγονότα της περίφημης διαπραγμάτευσης του 2015 και της διακυβέρνησής του, κυριάρχησε την πολιτική επικαιρότητα τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς ερμηνεύτηκε ως «προάγγελος» για την ίδρυση δικού του πολιτικού φορέα, που θα ενώσει την Κεντροαριστερά και θα διεκδικήσει με αξιώσεις την εκλογική πρωτιά. Ο πρώην πρωθυπουργός αφήνει να εννοηθεί ότι δεν έχει τελειώσει πολιτικά και ότι δεν σκοπεύει να αποσυρθεί. Η ίδρυση κόμματος φαίνεται σε μεγάλο βαθμό δεδομένη και το ερώτημα είναι περισσότερο το timing. Θα προχωρήσει εντός του 2026 ή λίγο πριν τις εκλογές του 2027 αν εκείνες πραγματοποιηθούν στην ώρα τους;
Φυσικά υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα ανοιχτά. Ενώ το καλοκαίρι ο Τσίπρας επεδίωκε να προβάλλει ένα πιο κεντρώο προφίλ, τελευταία έχει επαναφέρει – έστω προσεκτικά και χωρίς καταχρήσεις – τον όρο «Αριστερά» στις αναφορές του. Πιθανότατα αυτό σχετίζεται με την κρίση αξιοπιστίας που καλείται να αντιμετωπίσει. Η απήχηση του Αλέξη Τσίπρα δεν υπερβαίνει τους άλλοτε ψηφοφόρους του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ. Το επιτελείο του θα πρέπει να προβληματίζεται για το γεγονός ότι η δυνητική ψήφος στο πρόσωπό του εμφανίζεται μόλις λίγο άνω του 20% παρά τη δημοσιότητα που έλαβε χάρη στο επιτυχημένο μάρκετινγκ της «Ιθάκης». Μάλιστα η δυνητική ψήφος υπέρ του Αλέξη Τσίπρα είναι ελαφρώς μειωμένη κατά 2% σε μηνιαία βάση σύμφωνα με μέτρηση της Opinion Poll. Επομένως ο στόχος του φαίνεται να είναι – σε αυτό το στάδιο – η θωράκιση του 17% που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές, ώστε να αναδειχθεί έστω δεύτερη δύναμη.
Ένα άλλο πρόβλημα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει είναι το στελεχιακό. Στον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να «σφάζονται» για μία θέση στο νέο του κόμμα εφόσον το ιδρύσει, ωστόσο δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο για τους άλλοτε συντρόφους του στη Νέα Αριστερά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του προέδρου της Αλέξη Χαρίτση, ο οποίος – αν και υπέρμαχος των συνεργασιών – υπογράμμισε μετά την παρουσίαση της «Ιθάκης» στο Παλλάς ότι «Λαϊκό Μέτωπο του ενός δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ποτέ».
Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν ενταχθούν στο νέο του φορέα καινούρια πρόσωπα, θα δοθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για έναν ΣΥΡΙΖΑ 2.0, με αποτέλεσμα να αναιρεθεί το αφήγημά του περί ανανέωσης και rebranding.
Πέραν αυτών των προκλήσεων, ο πρώην πρωθυπουργός θα κληθεί πιθανότατα να αντιμετωπίσει και τη Μαρία Καρυστιανού.
Η οργή των Τεμπών
Η Μαρία Καρυστιανού έγινε γνωστή από τον αγώνα της για δικαίωση για τον θάνατο της κόρης της Μάρθης, η οποία ήταν ανάμεσα στα θύματα του δυστυχήματος των Τεμπών. Ο δυναμισμός της στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τα Τέμπη, στις συνεντεύξεις και στις ομιλίες της συγκίνησε το πανελλήνιο.
Τους τελευταίους μήνες, οι φήμες περί ίδρυσης δικού της κομματικού φορέα δίνουν και παίρνουν. Η ίδια διέψευδε αρχικά τα σενάρια, ωστόσο πλέον έχει ανοίξει τα χαρτιά της, κάνοντας λόγο για την ίδρυση ενός κινηματικού φορέα. Η δικηγόρος της, Μαρία Γρατσία (πρώην υποψήφια Βουλευτής με τη Νίκη) απέκλεισε συνεργασία με έμπειρα πολιτικά πρόσωπα.
Οι περισσότεροι εκτιμούν ότι το κόμμα θα έχει μονοθεματικό χαρακτήρα και θα ασχολείται αποκλειστικά με τα Τέμπη. Το ζήτημα είναι αν ένα τέτοιο σχήμα θα μπορέσει να αποδειχθεί μακροπρόθεσμα βιώσιμο στον πολιτικό στίβο. Η πρόκλησή του πιθανού κινήματος θα είναι σε πρώτη φάση το πώς θα μετατρέψει την κοινωνική συμπαράσταση και την οργή στο ζήτημα των Τεμπών σε πολιτική υποστήριξη. Πάντως, η ίδια η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε ότι το πρόγραμμα του κινήματος για τομείς όπως η οικονομία, η υγεία ή η εξωτερική πολιτική θα διαμορφωθούν από μία επιτροπή «σοφών».
Η Καρυστιανού έχει το πλεονέκτημα σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα να παρουσιαστεί ως κάτι νέο και άφθαρτο. Μάλιστα σε δημοσκόπηση της Metron Analysis το 30% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι είναι αρκετά ή πολύ πιθανό να την στηρίξει εκλογικά. Ο Τσίπρας κινείται στην ίδια μέτρηση μόλις στο 22%. Σε άλλες μετρήσεις προκύπτουν όμοια αποτελέσματα.
Πάντως η Μαρία Καρυστιανού θα μπει – εφόσον το αποφασίσει – λαβωμένη στο πολιτικό παιχνίδι, καθώς τα μέλη του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών έχουν πάρει αποστάσεις από τις κινήσεις της. Η απόσταση αυτή φαίνεται από το γεγονός ότι δεν συνυπέγραψε μαζί τους την ανακοίνωση για τους ελέγχους του ΣΔΟΕ στα γραφεία του συλλόγου. Η Καρυστιανού έχει φροντίσει πάντως να αποδώσει τον πρόσφατο έλεγχο σε πολιτικά κίνητρα.
Ποιους θα ανταγωνιστεί ο Σαμαράς
Μεγαλύτερο αίνιγμα μέχρι στιγμής αποτελεί η περίπτωση του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά. Παρεμβαίνει πιο σπάνια στον δημόσιο διάλογο σε σχέση με τον Τσίπρα ή την Καρυστιανού, ωστόσο το κάνει όποτε το κρίνει απαραίτητο, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα των ΕΛΤΑ.
Ο Σαμαράς εκπροσωπούσε πάντοτε τη συντηρητική πλευρά της Νέας Δημοκρατίας. Θεωρεί ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης την έχει μετατρέψει σε «σημιτικό» ΠΑΣΟΚ και εκτιμά ότι με κινήσεις – όπως την κατοχύρωση της ισότητας στο γάμο – η κεντροδεξιά υπέκυψε στην λεγόμενη woke agenda ή όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος «κουλτούρα της αποδόμησης». Επιπλέον, όποτε παρεμβαίνει δημόσια, ασκεί δριμεία κριτική για τους χειρισμούς της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά. Στόχος του πρώην πρωθυπουργού φαίνεται λοιπόν, ένα έτος μετά τη διαγραφή του από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να εκπροσωπήσει και να συσπειρώσει εκείνους που υποστηρίζουν ότι η σημερινή ΝΔ έχει απομακρυνθεί από τις αρχές της.
Δεδομένα στο Μέγαρο Μαξίμου δεν επιθυμούν την ίδρυση πολιτικού φορέα από τον Σαμαρά. Αν και η μέχρι στιγμής απήχησή του φαίνεται σχετικά περιορισμένη, αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ζημιά στο κυβερνών κόμμα. Οι πρώτες δημοσκοπικές επιδόσεις του δίνουν ένα ποσοστό της τάξης 3-5%.
Επιπλέον υπάρχει έντονος ανταγωνισμός στη διεκδίκηση των απογοητευμένων Νεοδημοκρατών. Ο Κυριάκος Βελόπουλος της Ελληνικής Λύσης κινείται κοντά στο 10% με πολύ καλές επιδόσεις στη Βόρεια Ελλάδα και σταθερή άνοδο στη Νότια, ενώ η Φωνή Λογική της Αφροδίτης Λατινοπούλου κερδίζει επίσης σε έδαφος στις τελευταίες μετρήσεις, στη ζώνη του 4-5%. Παρόλα αυτά, ο Αντώνης Σαμαράς παραμένει ως πρώην πρωθυπουργός ένας πολιτικός παράγοντας με λόγο που έχει πολιτική βαρύτητα στους συντηρητικούς ψηφοφόρους, όπως φάνηκε και από την καλή τηλεθέαση που είχε στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΑΝΤ1.
Επιστροφή στο 2012;
Και τα τρία πρόσωπα αντιμετωπίζουν διαφορετικές προκλήσεις αναφορικά με τις πολιτικές τους επιδιώξεις. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα φαίνεται για την ώρα να παρουσιάζει η Μαρία Καρυστιανού η οποία μπορεί να αυτοπροβληθεί ως αυθεντική, άφθαρτη και ως νέο πρόσωπο που δεν σχετίζεται με το παλαιό κατεστημένο. Φυσικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι οι έρευνες που μετρούν την απήχηση νέων κομμάτων ή πολιτικών οργανισμών που βρίσκονται υπό διαμόρφωση πέφτουν συχνά έξω. Έχει αποδειχθεί σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν (π.χ. ΔΗΜΑΡ, ΛΑΕ, κόμμα Αβραμόπουλου). Επομένως, ασφαλέστερα συμπεράσματα θα μπορούν να εξαχθούν όταν και αν πράγματι τα παραπάνω πρόσωπα προχωρήσουν τα πλάνα τους.
Αυτό πάντως που αποτυπώνεται από τις σημερινές δημοσκοπήσεις είναι πως δεν αποκλείεται στις επόμενες εθνικές εκλογές – όποτε πραγματοποιηθούν – να δούμε ένα όμοιο σκηνικό με εκείνο του 2012: Αδυναμία συγκρότησης μονοκομματικής κυβέρνησης, πολλά κόμματα εντός Βουλής και τους ιδεολογικούς χώρους της κεντροαριστεράς και ακροδεξιάς κατακερματισμένους κομματικά. Η πιθανή παρουσία των παραπάνω προσώπων περιπλέκει ακόμη περισσότερο το τοπίο. Μένει να φανεί ποιοι θα μπορέσουν να διασωθούν από αυτό το σκηνικό.





