Στην κορυφή των συνολικών δαπανών βρίσκεται η Γερμανία, με 492 δισ. ευρώ, ακολουθούμενη από τη Γαλλία (325 δισ.), την Ιταλία (179 δισ.) και την Ισπανία (138 δισ.). Η Γερμανία κατέχει και την υψηλότερη αναλογία δαπανών ως προς το ΑΕΠ, με 11,7%, ενώ κοντά σε αυτήν βρίσκονται η Γαλλία (11,5%), η Αυστρία και η Σουηδία (αμφότερες 11,2%). Στον αντίποδα, τέσσερις χώρες δαπανούν λιγότερο από 7% του ΑΕΠ τους: Λουξεμβούργο και Ρουμανία (5,7%), Ουγγαρία (6,4%) και Ιρλανδία (6,6%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μεταβολές της περιόδου 2014-2023. Η Ρουμανία σημείωσε τη θεαματικότερη αύξηση, με την κατά κεφαλήν δαπάνη να εκτοξεύεται κατά 155,6%. Εξίσου εντυπωσιακές αυξήσεις παρατηρήθηκαν στη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και τη Λετονία, όπου οι δαπάνες υπερδιπλασιάστηκαν. Αντίθετα, η πιο συγκρατημένη άνοδος καταγράφηκε στη Σουηδία, μόλις 15,2%.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα το 2023 διέθεσε 8,39% του ΑΕΠ της για την υγειονομική περίθαλψη. Το ποσοστό αυτό την τοποθετεί λίγο χαμηλότερα από χώρες όπως η Τσεχία και η Ιταλία και αντιστοιχεί στη 18η θέση μεταξύ των κρατών της ΕΕ. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική δαπάνη ως προς το ΑΕΠ βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, κινείται πλέον σταθερά υψηλότερα από τη ζώνη χαμηλής δαπάνης όπου βρίσκονται Ρουμανία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία και Ιρλανδία.
Σε άλλη κατάταξη της ίδιας έκθεσης, όπου εξετάζονται οι εθνικές δαπάνες σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα ανεβαίνει στη 15η θέση, καθώς η έκθεση υπολογίζει ότι διέθεσε «σχεδόν 9%» του ΑΕΠ της, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 10%. Η θέση αυτή δείχνει ότι, παρά τις πιέσεις στο σύστημα υγείας και τους περιορισμούς χρηματοδότησης της προηγούμενης δεκαετίας, οι ελληνικές δαπάνες υγείας κινούνται πλέον πιο κοντά στον ευρωπαϊκό πήχη, αν και εξακολουθούν να υπολείπονται των κορυφαίων επιδόσεων που καταγράφουν χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.






