Παρά την αβεβαιότητα για την εξέλιξη της γρίπης, τα συστήματα υγείας προετοιμάζονται για ενδεχόμενη επιδημιολογική επιβάρυνση, καθώς η δραστηριότητα ήδη υπερβαίνει τα αναμενόμενα επίπεδα.
Οι επιστήμονες παρακολουθούν ιδιαίτερα το νέο υποστέλεχος Κ του ιού Α(H3N2), που φαίνεται να κυριαρχεί και μπορεί να έχει αυξημένη μεταδοτικότητα. Τονίζουν επίσης τη σημασία του εμβολιασμού των ευπαθών ομάδων, καθώς ο χρόνος θεωρείται κρίσιμος για την ενίσχυση της ανοσίας του πληθυσμού.
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της γρίπης παραμένει προς το παρόν χαμηλή, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, που παρακολουθεί συνεχώς την κατάσταση.
Όπως εξήγησε η Δρα Σταματούλα Τσικρικά, πρόεδρος Ομάδας Προαγωγής Υγείας και Διακοπής Καπνίσματος της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας, το νέο υποστέλεχος Κ της γρίπης Α(H3N2) έχει ήδη ανιχνευθεί σε υψηλά ποσοστά στο νότιο ημισφαίριο και εμφανίζεται νωρίτερα από το αναμενόμενο στην Ευρώπη. Το 86% των στελεχών Α(H3N2) ανήκουν στο υποστέλεχος Κ, δηλαδή σε έναν αντιγονικά μετατοπισμένο κλάδο του υπότυπου Α(H3N2).
Ανησυχίες της επιστημονικής κοινότητας
Η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί προσεκτικά την εξέλιξη του υποστελέχους Κ, καθώς έχει ήδη αποκτήσει πολλαπλές νέες μεταλλάξεις. Αυτές αυξάνουν την πιθανότητα διαφοροποίησής του από το στέλεχος αναφοράς J.2, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή του τρέχοντος εποχικού εμβολίου.
Όπως σημειώνει η κ. Τσικρικά: «Ως αποτέλεσμα, τίθενται εύλογα ερωτήματα σχετικά με ενδεχόμενη αυξημένη μεταδοτικότητα, το ποσοστό διαφυγής από την ανοσολογική απάντηση, αλλά και την πιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας του εμβολίου, δεδομένου ότι οι μεταλλάξεις αυτές ενδέχεται να περιορίσουν την επικαιροποιημένη ανοσολογική αναγνώριση του ιού».
Συμπτώματα της γρίπης
Η κλινική εικόνα της λοίμωξης από τον υπότυπο H3N2 παραμένει παρόμοια με αυτή της γρίπης Α, με τάση για βαρύτερη νόσο σε ηλικιωμένους και άτομα με συννοσηρότητες.
Η κ. Τσικρικά συνιστά: «Τα άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως ηλικιωμένοι, ασθενείς με χρόνια νοσήματα αναπνευστικού και καρδιακά, έγκυες και θηλάζουσες, άτομα σε επαφή με παιδιά κάτω των 6 μηνών και ανοσοκατεσταλμένα, να ακολουθούν τις συστάσεις της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών για τον αντιγριπικό εμβολιασμό».
Τα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, βήχα, μυαλγίες, αρθραλγίες, πονοκέφαλο, καταρροή, βράγχος φωνής και γενικευμένη κόπωση. Στα μικρά παιδιά μπορεί να εμφανιστούν διάρροιες και συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα.
Η πιθανή ταχύτερη διασπορά στον γενικό πληθυσμό, σε συνδυασμό με τον υψηλότερο αριθμό κρουσμάτων και βαρύτερη κλινική εικόνα, μπορεί να προκαλέσει πρόωρη έναρξη επιδημικής περιόδου και μεγαλύτερη πίεση στο σύστημα υγείας.
Ο ρόλος του εμβολιασμού
Η κ. Τσικρικά επισημαίνει την ανάγκη ψυχραιμίας, τονίζοντας ότι η ανοσιακή «ομπρέλα» του εμβολίου παραμένει κρίσιμη. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι ο εμβολιασμός συνεχίζει να προσφέρει ουσιαστική προστασία από σοβαρή νόσηση.
Κάθε χρόνο, με την έλευση του χειμώνα, αυξάνονται οι λοιμώξεις από αναπνευστικούς ιούς, με αντίκτυπο στους δείκτες νοσηρότητας και θνησιμότητας. Η γρίπη είναι μια ιογενής λοίμωξη του αναπνευστικού που προκαλεί σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα, ειδικά σε ευπαθείς ομάδες.
Η διαμόρφωση του εποχικού εμβολίου γίνεται με βάση τα κυκλοφορούντα στελέχη του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τον ΠΟΥ. Μετά τον εμβολιασμό, τα αντισώματα αυξάνονται σταδιακά μέσα σε 2-3 εβδομάδες και η ανοσία διαρκεί περίπου 6 μήνες, ανάλογα με το ανοσοποιητικό σύστημα του ατόμου.
Η ταχεία μεταλλαγή των ιών καθιστά απαραίτητη την περιοδική ανανέωση της προστασίας μέσω εμβολιασμού. Όπως καταλήγει η κ. Τσικρικά: «Χωρίς καμία αμφιβολία, ο εμβολιασμός κατά της εποχικής γρίπης παραμένει τεκμηριωμένα ως η πλέον απλή, ασφαλής και αποτελεσματική και θεμελιώδης πράξη πρόληψης, η οποία μπορεί να προστατεύσει όχι μόνο την ατομική υγεία, αλλά και να μειώσει σημαντικά τη διασπορά του ιού στην κοινότητα, συμβάλλοντας στη θωράκιση των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού».



