Σε μια συγκυρία όπου η τουριστική περίοδος ξεκινά και η Εργατική Πρωτομαγιά λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ εργασίας και ζωής επανέρχεται δυναμικά, με την κυβέρνηση να απορρίπτει την πρόταση ως μη ρεαλιστική για τα ελληνικά δεδομένα και το ΠΑΣΟΚ να επιμένει στη σύνδεσή της με τη σύγκλιση προς τις σύγχρονες ευρωπαϊκές πρακτικές.
ΠΑΣΟΚ: Η κυβέρνηση αρνείται τον διάλογο
Στην ανάρτησή του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να δώσει ιδεολογικό και αναπτυξιακό βάθος στην πρόταση, θέτοντας το ερώτημα για το πώς αποτιμάται σήμερα η εργασία: ως άθροισμα εξαντλητικών ωρών ή ως πεδίο παραγωγικότητας, ποιότητας και αξιοπρέπειας. Ο Νίκος Ανδρουλάκης συνέδεσε ευθέως το υφιστάμενο μοντέλο με το δημογραφικό πρόβλημα, υποστηρίζοντας ότι η πίεση της καθημερινότητας στερεί από τους νέους τη δυνατότητα σχεδιασμού ζωής.
Παράλληλα, άσκησε κριτική σε αυτό που περιέγραψε ως «παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας», έναν φαύλο κύκλο χαμηλών επενδύσεων, μισθών και καινοτομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, πρότεινε τη σταδιακή μετάβαση σε εβδομάδα 32 ή 35 ωρών με πλήρεις αποδοχές, εκτιμώντας ότι η καλύτερη οργάνωση της εργασίας και η αξιοποίηση της τεχνολογίας μπορούν να αυξήσουν την απόδοση ανά ώρα. Έθεσε, επίσης, ως στρατηγικό στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας στο 75% του ευρωπαϊκού μέσου όρου μέσα στην επόμενη δεκαετία, συνδέοντας την πρόταση με ευρύτερες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, την καινοτομία και τις επενδύσεις.
Μετά τις πρώτες αντιδράσεις, ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Κώστας Τσουκαλάς, επανήλθε την Πέμπτη (30/4) επιχειρώντας να αποσαφηνίσει τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ και να απαντήσει στην κυβερνητική κριτική. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αποφεύγει τον ουσιαστικό διάλογο για τη μείωση των ωρών εργασίας και κατηγόρησε τη ΝΔ ότι εκπροσωπεί κυρίως τα συμφέροντα των οικονομικών ελίτ. Επέμεινε ότι η Ελλάδα παραμένει ουραγός τόσο στην παραγωγικότητα όσο και στην αγοραστική δύναμη, επικαλούμενος στοιχεία που δείχνουν ότι οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παράγουν σημαντικά λιγότερο.
Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε ότι η τετραήμερη εργασία δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία, αλλά αντικείμενο πιλοτικών εφαρμογών σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, και υπογράμμισε ότι το ζητούμενο δεν είναι η απλή μείωση των ωρών, αλλά η μετάβαση σε ένα πιο αποδοτικό παραγωγικό μοντέλο. Συνέδεσε, μάλιστα, τη συγκεκριμένη πρόταση με μια ευρύτερη στρατηγική που περιλαμβάνει την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης, τη βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων και την ενίσχυση της διασύνδεσης εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Παύλος Χρηστίδης, από τη μεριά του, εξήγησε πως είναι αναγκαίο «να ανοίξει σοβαρά μια ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον της εργασίας στην Ελλάδα, ιδίως υπό το πρίσμα της ψηφιακής επανάστασης», τονίζοντας πως παρά την υπερεργασία, η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή.
Γεωργιάδης: Περιορισμένη επιτυχία στα ευρωπαϊκά προγράμματα τετραήμερης εργασίας
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης απέρριψε στον ΣΚΑΪ το ενδεχόμενο εφαρμογής ενός τέτοιου μοντέλου στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντάς το ανεφάρμοστο υπό τις παρούσες συνθήκες. Σημείωσε ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν συνιστά ολοκληρωμένο σχέδιο, αλλά περισσότερο μια ανοιχτή συζήτηση, ενώ υποστήριξε ότι τα σχετικά μοντέλα που εφαρμόστηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αναφέρθηκε ειδικά στην Ολλανδία, όπου –όπως είπε– δεν υπάρχει θεσμοθετημένη ρύθμιση αλλά επιμέρους συμφωνίες με μείωση αποδοχών, καθώς και στην Ισπανία, όπου τα επιδοτούμενα προγράμματα παρουσίασαν περιορισμένη συμμετοχή.
Ο υπουργός υπογράμμισε επίσης ότι τέτοιες πολιτικές τείνουν να δημιουργούν εργαζόμενους «δύο ταχυτήτων», καθώς εφαρμόζονται κυρίως σε συγκεκριμένους κλάδους, ιδίως γραφείου, αφήνοντας εκτός μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων.
Σε ποια κοινά απευθύνονται ΝΔ και ΠΑΣΟΚ
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει μια σαφή ιδεολογική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο κομμάτων.
Το ΠΑΣΟΚ επενδύει σε ένα μοντέλο που δίνει έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας, στη μείωση των ωρών και στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω διαρθρωτικών αλλαγών, ενδεχομένως και υπό την πίεση της επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα.
Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στην ευελιξία της αγοράς εργασίας, ιδίως σε μια περίοδο όπου καταγράφονται ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα σε τομείς όπως ο τουρισμός. Η κυβέρνηση απορρίπτει την κριτική περί εντατικοποίησης της εργασίας, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να υποστηρίζει ότι οι παρεμβάσεις της κινούνται προς την κατεύθυνση της ευελιξίας και της ενίσχυσης των εισοδημάτων, ενώ η αντιπολίτευση επιμένει ότι πρόκειται για πολιτικές που εντείνουν την εργασιακή πίεση.
Επιφυλακτικές οι επιχειρήσεις
Στον αντίποδα, ο επιχειρηματικός κόσμος εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στην προοπτική της τετραήμερης εργασίας. Ο επικεφαλής του ΕΒΕΑ Γιάννης Μπρατάκος επισήμανε ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να υστερεί σε όρους παραγωγικότητας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που σημαίνει ότι μια οριζόντια μείωση των ωρών εργασίας χωρίς αντίστοιχη αύξηση της απόδοσης θα οδηγήσει σε εκτίναξη του κόστους για τις επιχειρήσεις.
Υπογραμμίζεται ότι η ευρωπαϊκή εμπειρία αφορά κυρίως οικονομίες με υψηλότερο βαθμό αυτοματοποίησης και μεγαλύτερη οργανωτική ωριμότητα. Αντίστοιχες επιφυλάξεις διατύπωσε ο Σταύρος Καφούνης, πρόεδρος της ΕΣΕΕ, τονίζοντας ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις λειτουργούν ήδη υπό πίεση, με αυξημένο ενεργειακό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και έντονο ανταγωνισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, εκφράζονται φόβοι ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε αύξηση τιμών είτε σε απώλεια θέσεων εργασίας, ιδίως σε κλάδους έντασης εργασίας.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία
Η ευρωπαϊκή εμπειρία, στην οποία αναφέρονται και οι δύο πλευρές, παρουσιάζει μια σύνθετη εικόνα. Η Ισλανδία συχνά προβάλλεται ως παράδειγμα επιτυχούς εφαρμογής, καθώς μετά από εκτεταμένα πιλοτικά προγράμματα η πλειονότητα των εργαζομένων απέκτησε δικαίωμα σε μειωμένο ωράριο χωρίς μείωση αποδοχών, με θετικές επιπτώσεις στην ευημερία και χωρίς απώλειες στην παραγωγικότητα.
Στο Βέλγιο, αντίθετα, η τετραήμερη εργασία θεσμοθετήθηκε μέσω συμπίεσης του ωραρίου σε λιγότερες ημέρες, χωρίς μείωση των συνολικών ωρών, με αποτέλεσμα η αποδοχή του μέτρου να παραμένει περιορισμένη.
Τέλος, στην Ισπανία και την Πορτογαλία εφαρμόζονται πιλοτικά προγράμματα, με κρατική στήριξη και στόχο την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του μοντέλου «100-80-100», δηλαδή πλήρεις αποδοχές με μειωμένο χρόνο εργασίας και διατήρηση της παραγωγικότητας.





