Η απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία απέρριψε την προσφυγή φορολογουμένου που επιχείρησε να δηλώσει το συγκεκριμένο ποσό στον κωδικό 659 του Ε1, φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ζήτημα που έχει να κάνει, το πώς αντιμετωπίζονται σήμερα φορολογικά τα χρήματα που προκύπτουν από την πώληση κρυπτονομισμάτων και, κυρίως, πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη τεκμηρίων και δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων;
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση προετοιμάζει ειδικό φορολογικό πλαίσιο για τα κρυπτοστοιχεία, με βασικό άξονα τη φορολόγηση της υπεραξίας με συντελεστή 15%. Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να καλύψει τη σημερινή «γκρίζα ζώνη», η οποία αφήνει φορολογούμενους και φορολογικές αρχές χωρίς σαφείς κανόνες για τη δήλωση, τη φορολόγηση αλλά και τη δικαιολόγηση των κεφαλαίων που προέρχονται από crypto.
Τα 620.323 ευρώ που δεν πέρασαν στον κωδικό 659
Η υπόθεση ξεκίνησε με τη δήλωση εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2024. Ο φορολογούμενος ανέγραψε στον κωδικό 659 του Ε1 ποσό 620.323,34 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι προερχόταν από μεταβίβαση Bitcoin.
Το ποσό αντιστοιχούσε σε δύο εμβάσματα που είχαν πιστωθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό: 357.643,64 ευρώ στις 23 Ιουλίου 2024 και 262.679,70 ευρώ στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
Η δήλωση δεν εκκαθαρίστηκε αυτόματα και ζητήθηκαν δικαιολογητικά για την προέλευση των χρημάτων. Ο φορολογούμενος προσκόμισε στο ΚΕΦΟΔΕ Αττικής τα σχετικά τραπεζικά στοιχεία, αντίγραφο της δήλωσης και βεβαίωση εταιρείας.
Ωστόσο, η φορολογική διοίκηση δεν έκανε δεκτό το ποσό στον κωδικό 659. Η δήλωση εκκαθαρίστηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα 620.323,34 ευρώ με τον τρόπο που ζητούσε ο φορολογούμενος, ο οποίος στη συνέχεια προσέφυγε στη ΔΕΔ.
Γιατί απορρίφθηκε η προσφυγή
Η ΔΕΔ έκρινε ότι ο συγκεκριμένος κωδικός αφορά εισοδήματα που είτε έχουν ήδη φορολογηθεί με ειδικό τρόπο είτε προβλέπονται ρητά από τη νομοθεσία ως απαλλασσόμενα από τον φόρο.
Στην περίπτωση των 620.323,34 ευρώ δεν προέκυπτε, σύμφωνα με την απόφαση, ούτε ότι το ποσό είχε υπαχθεί σε αυτοτελή ή ειδική φορολόγηση ούτε ότι υπήρχε συγκεκριμένη διάταξη που να το χαρακτηρίζει ρητά ως αφορολόγητο.
Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα σαφής και ειδική φορολογική ρύθμιση για το συγκεκριμένο εισόδημα από κρυπτονομίσματα δεν σημαίνει ότι το ποσό μπορεί αυτομάτως να θεωρηθεί αφορολόγητο και να δηλωθεί στον κωδικό 659.
Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το πρόβλημα: τα χρήματα μπορεί να έχουν πράγματι εισρεύσει στον τραπεζικό λογαριασμό και να υπάρχει δυνατότητα τεκμηρίωσης της συναλλαγής, όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να προσδιοριστεί και η φορολογική τους θέση.
Το κρίσιμο ζήτημα: η κάλυψη των τεκμηρίων
Η μεγαλύτερη πρακτική σημασία της απόφασης βρίσκεται στη σύνδεση του ποσού με τα τεκμήρια.
Η ΔΕΔ ξεκαθαρίζει ότι, εφόσον το ποσό δεν μπορεί να καταχωριστεί στον συγκεκριμένο κωδικό, δεν μπορεί μέσω αυτής της διαδικασίας να αξιοποιηθεί για την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τα τεκμήρια διαβίωσης, τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ τεκμαρτού και πραγματικού εισοδήματος.
Έτσι δημιουργείται ένα εμφανές πρακτικό παράδοξο: 620.323,34 ευρώ βρίσκονται στην τράπεζα, αλλά δεν αναγνωρίζονται στον κωδικό που ο φορολογούμενος επέλεξε προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για την κάλυψη τεκμηρίων.
Η απόφαση, επομένως, δεν αμφισβητεί απλώς έναν τρόπο συμπλήρωσης της δήλωσης. Αναδεικνύει το ευρύτερο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο μέχρι να θεσπιστεί ειδικό πλαίσιο: με ποιον ακριβώς τρόπο δηλώνεται σήμερα η προέλευση των χρημάτων από crypto και πώς μπορεί ο φορολογούμενος να τα χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει περιουσιακές δαπάνες ή διαφορές τεκμηρίων;
Μια υπόθεση με συνέχεια από το 2017
Η συγκεκριμένη διαμάχη έχει και προϊστορία.
Ο ίδιος φορολογούμενος είχε επικαλεστεί για το φορολογικό έτος 2017 εισόδημα από κρυπτονομίσματα ύψους 1.741.826,17 ευρώ, το οποίο δεν είχε γίνει δεκτό από τη ΔΟΥ Αμαρουσίου.
Στη συνέχεια, για τα φορολογικά έτη 2018 έως και 2023, επικαλέστηκε ανάλωση κεφαλαίου με βάση το εισόδημα από crypto που είχε δηλώσει το 2017. Και αυτές οι προσφυγές, σύμφωνα με τη νέα απόφαση, απορρίφθηκαν.
Η εξέλιξη δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη φορολόγηση μιας μεμονωμένης πώλησης. Επηρεάζει και τη δυνατότητα δημιουργίας φορολογικά αναγνωρίσιμου κεφαλαίου, το οποίο στη συνέχεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίων.
Ο φόρος 15% στην υπεραξία
Το κενό αυτό επιχειρεί να καλύψει ο νέος κυβερνητικός σχεδιασμός.
Η βασική κατεύθυνση είναι η επιβολή φόρου 15% στην υπεραξία από συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο φόρος δεν σχεδιάζεται να επιβάλλεται στο σύνολο των χρημάτων που εισπράττει ο επενδυτής από την πώληση.
Θα αφορά το κέρδος, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της τιμής απόκτησης και της τιμής πώλησης.
Για παράδειγμα, εάν κάποιος αγόρασε Bitcoin έναντι 20.000 ευρώ και το πούλησε για 30.000 ευρώ, η υπεραξία είναι 10.000 ευρώ και όχι 30.000 ευρώ.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και στην υπόθεση που εξέτασε η ΔΕΔ. Τα 620.323,34 ευρώ αποτελούσαν το συνολικό ύψος των εμβασμάτων που έφτασαν στον τραπεζικό λογαριασμό. Από την απόφαση, όμως, δεν προκύπτει ότι ολόκληρο αυτό το ποσό ήταν κέρδος ή υπεραξία.
Από το αφορολόγητο των 500 ευρώ έως το «πόθεν έσχες»
Στον σχεδιασμό που βρίσκεται υπό επεξεργασία περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, και αφορολόγητο όριο έως 500 ευρώ για μικρές υπεραξίες.
Το νέο πλαίσιο δεν αναμένεται να περιοριστεί στις απλές αγοραπωλησίες. Στόχος είναι να υπάρξουν κανόνες και για εισοδήματα που προκύπτουν από staking, lending και yield farming, ενώ οι αγορές κρυπτονομισμάτων σχεδιάζεται να συνδεθούν και με το σύστημα του «πόθεν έσχες».
Παράλληλα, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η φορολογική αντιμετώπιση των crypto σε περιπτώσεις δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών, καθώς και η εφαρμογή του Ψηφιακού Τέλους Συναλλαγής όπου προβλέπεται.
Ο βασικός στόχος είναι να δημιουργηθεί μια σαφής φορολογική διαδρομή: από την απόκτηση του κρυπτοστοιχείου και την τεκμηρίωση της τιμής κτήσης, μέχρι την πώληση, τον υπολογισμό της υπεραξίας, την καταβολή του φόρου και τη δήλωση των κεφαλαίων που καταλήγουν στην τράπεζα.
Περισσότερη εποπτεία, περισσότερα δεδομένα
Την ίδια στιγμή αλλάζει και το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί η αγορά των κρυπτοστοιχείων. Με το ευρωπαϊκό πλαίσιο MiCA διαμορφώνεται ένα νέο σύστημα εποπτείας για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, ενώ οι συναλλαγές περνούν σταδιακά σε ένα πιο οργανωμένο και ελεγχόμενο περιβάλλον.
Παράλληλα, η φορολογική διοίκηση αποκτά περισσότερα εργαλεία πληροφόρησης και δυνατότητες ηλεκτρονικών διασταυρώσεων στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων ανταλλαγής πληροφοριών για τα κρυπτοστοιχεία.
Το μήνυμα της υπόθεσης που έφτασε στη ΔΕΔ είναι σαφές: η μεταφορά των χρημάτων από τα crypto στον τραπεζικό λογαριασμό δεν λύνει από μόνη της το φορολογικό ζήτημα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αποδεικνύεται η αρχική προέλευση των κεφαλαίων, πώς υπολογίζεται το πραγματικό κέρδος, πώς φορολογείται και, τελικά, με ποιον τρόπο το ποσό αυτό αποκτά σαφή φορολογική ταυτότητα ώστε να μπορεί να εμφανιστεί στη δήλωση και να χρησιμοποιηθεί, όπου προβλέπεται, για την κάλυψη τεκμηρίων.






