Ο «πράσινος» Πατριάρχης
Αυτό το απέδειξε περίτρανα στην ιστορική ομιλία του στη Βουλή στις 5 Μαΐου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος τόνισε την ανάγκη της ανθρωπότητας να προστατεύσει το περιβάλλον και εστίασε στην ανάγκη μιας στροφής προς την οικολογική οικονομία. Ανέφερε, μεταξύ άλλων:
«Δεν έχομεν μέλλον χωρίς την ολικήν στροφήν προς μίαν οικολογικήν οικονομία. Η οικονομική ζωή και οι κοινωνικοί αγώνες οφείλουν να υπηρετούν τον άνθρωπον και τας ζωτικάς ανάγκας του, και την ακεραιότητα της δημιουργίας, στόχοι οι οποίοι δύνανται να επιτευχθούν μόνον εις περιβάλλον ειρήνης και σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου».
Εκτός αυτού, με το βλέμμα στους πολέμους, τόνισε ότι η ειρήνη δεν ήταν ποτέ αυτονόητη, αλλά πάντοτε κατάκτηση, και εστίασε στην ανάγκη οι θρησκείες να παίξουν έναν ειρηνοποιητικό ρόλο.
Ο Ποντίφικας υπό την πίεση του Τραμπ
Σε ίδια γραμμή κινείται ο επικεφαλής της καθολικής εκκλησίας, ο οποίος έχει γίνει στόχος του Τραμπ, που τον χαρακτήρισε «αδύνατο» και «καταστροφικό», καθώς θεώρησε ότι ορισμένες αναφορές του ποντίφικα, κατά τις οποίες ασκεί κριτική στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, αφορούν τον ίδιο. Ο πλανητάρχης επανήλθε μάλιστα κατηγορώντας τον Πάπα ότι στηρίζει το Ιράν, με τον προκαθήμενο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας να μη δίνει συνέχεια, δηλώνοντας ότι δεν επιδιώκει κάποια αντιπαράθεση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Το εντυπωσιακό στην υπόθεση είναι ότι, παρά τις πιέσεις, ο Πάπας Λέων δεν άλλαξε τη στάση του αναφορικά με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Σημειώνεται πάντως ότι το Ιράν δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποία ο Πάπας διαχωρίζει τη θέση του από τις πολιτικές του Λευκού Οίκου. Πρόσφατα είχε δηλώσει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αποκλειστεί από την ειρηνευτική διαδικασία για τη Ρωσία. Υπενθυμίζεται ακόμη ότι είχε προτείνει να μεσολαβήσει ανάμεσα σε Μόσχα και Κίεβο με διαπραγματεύσεις στο Βατικανό, πρωτοβουλία που δυστυχώς δεν εισακούστηκε.
Τόσο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος όσο και ο Πάπας Λέων προτείνουν πράγματα ριζοσπαστικά, χωρίς όμως να εκλαμβάνονται έτσι, χάρη στον νηφάλιο λόγο και το μετριοπαθές ύφος που υιοθετούν. Μπορεί η εκκλησία να μη παίζει πια στην καθημερινότητά μας τον ρόλο που έπαιζε παλαιότερες εποχές, δεν παύει όμως να αποτελεί έναν κρίσιμο πυλώνα που επηρεάζει την κοινή γνώμη και μπορεί, με τις πρωτοβουλίες της, να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο για θεμελιώδη ζητήματα. Κι ας αναλογιστεί κανείς ποιος θα ήταν ο κοινωνικός αντίκτυπος αν αυτές οι θέσεις καταλαμβάνονταν από πιο εξτρεμιστικές μορφές, που όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τόσο στις προαναφερθείσες εκκλησίες, όσο και σε άλλες.
Η «Ήπειρος του Μέλλοντος» μέσα από τη δράση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας
Ο λόγος των εκκλησιαστικών ηγετών αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς συχνά αναδεικνύει πολύπλοκες και αλληλένδετες πτυχές κρίσεων τις οποίες οι πολιτικοί παράγοντες είτε επιλέγουν να αγνοούν είτε τις αντιμετωπίζουν αποσπασματικά.
Υπό αυτό το πρίσμα, αξίζει να γίνει μια ξεχωριστή αναφορά στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής Θεόδωρο Β’, ο οποίος, με ελάχιστα διαθέσιμα μέσα, έχει πετύχει σημαντικό ανθρωπιστικό έργο. Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ προ τριετίας είχε εστιάσει ιδιαίτερα στη σημασία της εξασφάλισης πρόσβασης των παιδιών στην εκπαίδευση στην Αφρική και χαρακτήρισε μεγαλύτερο πρόβλημα της ηπείρου την πρόσβαση στο νερό.
«Επενδύομε σε καθαρό νερό και σχολεία. Εκκλησίες έχουμε. Ας ελαττώσουμε αυτόν τον αριθμό κι ας αυξήσουμε τα σχολεία. Έχουμε περί 2.000 σχολεία και 2.500 ιατρικά κέντρα και έχουμε περίπου 25.000 μαθητές,» είχε δηλώσει τότε ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας.
Υπό μια έννοια, οι προκλήσεις που αφορούν το μέλλον της αφρικανικής ηπείρου είναι και δικές μας. Αυτό δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται η σημερινή κυβέρνηση, η οποία βλέπει την Αφρική ως πηγή «προβλημάτων», λόγω των αυξημένων προσφυγικών ροών, ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 2025.
Ωστόσο, η μετανάστευση και η προσφυγιά αναμένεται να ενταθούν τα επόμενα χρόνια. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των ενεργών πολέμων, τόσο θα αυξάνονται οι μετακινήσεις πληθυσμών. Η κλιματική κρίση ενισχύει αυτή την τάση. Η ξηρασία οδηγεί σε λιγότερο νερό, άρα σε περιορισμό κομβικών πρώτων υλών και, συνεπώς, σε αυξημένο κίνδυνο συγκρούσεων για τη διασφάλιση όσων απομείνουν. Συνεπώς, όσα αποτρεπτικά μέτρα και να παρθούν, το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε ξανά σε αδιέξοδο.
Χρειάζεται λοιπόν μια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας επιχειρεί, μέσα από τη δράση του, να διαδραματίσει έναν σταθεροποιητικό ρόλο στην «Ήπειρο του Μέλλοντος», όπως έχει χαρακτηρίσει την Αφρική ο Πατριάρχης Θεόδωρος. Αν η ελληνική πολιτεία αξιοποιούσε πιο ουσιαστικά το θετικό αυτό έργο, ενισχύοντας συστηματικότερα τον φορέα που το υλοποιεί, η χώρα μας θα μπορούσε να αναδειχθεί σε σημαντικό πυλώνα ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή, εκμεταλλευόμενη τόσο την ιδιότητά της ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και το γεγονός ότι δεν κουβαλά τις «αμαρτίες» των άλλοτε αποικιοκρατικών δυνάμεων. Υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε παράλληλα να συμβάλει στη διαμόρφωση συνθηκών που επιτρέπουν την ανάπτυξη και την πρόοδο των τοπικών κοινωνιών – πάντα στο πλαίσιο του εφικτού. Τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας πραγματικά εξωστρεφούς και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, την οποία όλοι ευαγγελίζονται, αλλά κανείς δεν φροντίζει να αναφέρει πώς την ορίζει.
Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος έχει την τύχη, σε καιρούς δύσκολους και αβέβαιους, οι ηγέτες της ορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, εκφράζοντας όσα θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα και επιβεβαιώνοντας ότι, σε έναν κόσμο όπου ολοένα και περισσότεροι ηγέτες επιλέγουν σκληρές μεθόδους εξουσίας, εξακολουθεί να υπάρχει χώρος και για soft power.






