Σε κοινή τους δήλωση, οι τρεις οργανισμοί υπογράμμισαν ότι η σύγκρουση έχει προκαλέσει εκτεταμένες αναταράξεις στην περιοχή, οδηγώντας σε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις εφοδιασμού που έχει καταγραφεί στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
«Σε αυτές τις εποχές υψηλής αβεβαιότητας, είναι πρωταρχικής σημασίας τα θεσμικά μας όργανα να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να παρακολουθούν τις εξελίξεις, να ευθυγραμμίζουν την ανάλυση και να συντονίζουν την υποστήριξη προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης», δήλωσαν οι επικεφαλής του ΔΝΤ, του ΔΟΕ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Όπως επισημαίνεται, η νέα αυτή δομή συνεργασίας θα αναλάβει να εκτιμήσει το εύρος και τη σοβαρότητα των επιπτώσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, να οργανώσει την αντίδραση και να κινητοποιήσει κυβερνήσεις και φορείς για την παροχή βοήθειας στις χώρες που πλήττονται περισσότερο.
Ο μηχανισμός που θα δημιουργηθεί ενδέχεται να περιλαμβάνει στοχευμένες κατευθύνσεις πολιτικής, εκτιμήσεις για τις χρηματοδοτικές ανάγκες των οικονομιών, καθώς και παροχή οικονομικής στήριξης — ακόμη και με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, όπως χαμηλότοκα ή άτοκα δάνεια — μαζί με πρόσθετα εργαλεία για τον περιορισμό των κινδύνων.
Η σύγκρουση, που διανύει ήδη τον δεύτερο μήνα της, έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, διαταράσσοντας κρίσιμες ενεργειακές ροές και εντείνοντας τις ανησυχίες για σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Όπως τονίζουν οι τρεις οργανισμοί, οι συνέπειες είναι ήδη εμφανείς, με άνοδο στις τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων, αλλά και αυξανόμενη πίεση στις τιμές τροφίμων και στις αλυσίδες εφοδιασμού βασικών πρώτων υλών, όπως το ήλιο, τα φωσφορικά άλατα και το αλουμίνιο. Παράλληλα, πλήγμα έχει δεχθεί και ο τουριστικός κλάδος.
«Ο αντίκτυπος είναι σημαντικός, παγκόσμιος και εξαιρετικά ασύμμετρος, επηρεάζοντας δυσανάλογα τους εισαγωγείς ενέργειας, ιδίως τις χώρες χαμηλού εισοδήματος», ανέφεραν το ΔΝΤ, ο ΔΟΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα.
Την ίδια ώρα, η αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές, η πίεση στα νομίσματα των αναδυόμενων οικονομιών και οι εντεινόμενες ανησυχίες για τον πληθωρισμό ενισχύουν τα σενάρια για πιο αυστηρή νομισματική πολιτική και χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης διεθνώς.
«Έχουμε δεσμευτεί να συνεργαστούμε για να διαφυλάξουμε την παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να ενισχύσουμε την ενεργειακή ασφάλεια και να υποστηρίξουμε τις πληγείσες χώρες και τους ανθρώπους στην πορεία τους προς τη βιώσιμη ανάκαμψη, την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω μεταρρυθμίσεων», ανέφεραν.



