Η Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) κράτησε το βασικό επιτόκιο στο εύρος 3,5%-3,75%, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες των αγορών. Ωστόσο, η απόφαση μόνο «ομαλή» δεν ήταν, καθώς καταγράφηκε διάσπαση 8-4, κάτι που είχε να συμβεί από το 1992.
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρέθηκε η κατεύθυνση της πολιτικής το επόμενο διάστημα. Ο διοικητής Stephen Miran διαφοροποιήθηκε, ζητώντας μείωση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης. Την ίδια ώρα, τρεις περιφερειακοί πρόεδροι –μεταξύ αυτών ο Neel Kashkari– αν και συμφώνησαν με τη διατήρηση των επιτοκίων, καταψήφισαν το σκεπτικό της ανακοίνωσης, εκφράζοντας αντίθεση σε οποιαδήποτε ένδειξη μελλοντικής χαλάρωσης.
Το σημείο τριβής ήταν η διατύπωση που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο «περαιτέρω προσαρμογών», κάτι που ερμηνεύεται ως σήμα ότι η επόμενη κίνηση θα είναι μείωση. Οι διαφωνούντες αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι ο πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός και δεν επιτρέπει εφησυχασμό.
Πράγματι, στην ανακοίνωση της Fed επισημαίνεται ότι ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος, εν μέρει λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας. Οι πιέσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εμπορικές πολιτικές του Donald Trump, περιπλέκουν τη χάραξη πολιτικής, καθώς αυξάνουν τον κίνδυνο πιο μόνιμων πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα, η αγορά εργασίας εμφανίζεται ανθεκτική. Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 178.000 θέσεις τον Μάρτιο, ξεπερνώντας τις προσδοκίες, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 4,3%. Τα στοιχεία αυτά μειώνουν την πίεση για άμεση χαλάρωση της πολιτικής.
Η απόφαση αυτή ήταν η τρίτη συνεχόμενη «παύση» μετά από τρεις διαδοχικές μειώσεις επιτοκίων το 2025, επιβεβαιώνοντας τη στάση αναμονής της Fed. Οι αγορές, μάλιστα, δεν αναμένουν μεταβολές έως το 2027, ενώ οι ίδιοι οι αξιωματούχοι προβλέπουν περιορισμένες μειώσεις στο μέλλον.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στον πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, καθώς η συνεδρίαση ενδέχεται να ήταν η τελευταία υπό την ηγεσία του. Η θητεία του ολοκληρώνεται τον Μάιο, με τη Γερουσία να έχει ήδη προωθήσει την υποψηφιότητα του Κέβιν Γουόρς για τη διαδοχή του. Κέβιν Γουόρς για τη διαδοχή του.
Η επικείμενη αλλαγή ηγεσίας εντείνει την αβεβαιότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Fed. Ο Πάουελ έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί τον θεσμικό ρόλο της τράπεζας, την ώρα που πολιτικές πιέσεις εντείνονται.
Το ιστορικό προηγούμενο της σύγκρουσης με τον Λευκό Οίκο παραπέμπει στην εποχή του Marriner Eccles και στη συμφωνία του 1951, που κατοχύρωσε την ανεξαρτησία της Fed. Σήμερα, οι συζητήσεις για αναθεώρηση αυτού του πλαισίου επανέρχονται, με τον Warsh να έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγών.
Το αν ο Πάουελ θα αποχωρήσει άμεσα ή θα παραμείνει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αποτελεί κρίσιμο ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, η Fed εισέρχεται σε μια νέα φάση, με αυξημένες προκλήσεις, εσωτερικές διαφωνίες και ένα οικονομικό περιβάλλον που παραμένει εξαιρετικά απαιτητικό.





