Ο έντονος καύσωνας επηρέασε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, με τις ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες να εκτείνονται από την Ιβηρική Χερσόνησο έως την Ουκρανία, περνώντας από τα Βαλκάνια και τη Γερμανία.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι εργαζόμενοι σε επαγγέλματα με μεγαλύτερη έκθεση στη ζέστη και αυξημένες σωματικές απαιτήσεις, όπως οι κλάδοι των κατασκευών και της γεωργίας, περιόρισαν περισσότερο τον χρόνο εργασίας τους σε σύγκριση με όσους απασχολούνται σε θέσεις με χαμηλότερη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες και μικρότερη σωματική επιβάρυνση, όπως ο ακαδημαϊκός τομέας.
Η μελέτη, η οποία κάλυψε την εβδομάδα της 22ας Ιουνίου, πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Grantham του LSE σε συνεργασία με το Ευρωμεσογειακό Κέντρο για την Κλιματική Αλλαγή (CMCC). Στο πλαίσιο της έρευνας συμμετείχαν 1.950 ενήλικες από ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μέση μείωση του χρόνου εργασίας ανήλθε σε 0,47 ώρες ανά εργαζόμενο. Παράλληλα, το 3,6% των ερωτηθέντων, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 1,25 εκατομμύρια εργαζόμενους σε εθνικό επίπεδο, δήλωσε ότι δεν εργάστηκε καθόλου κατά τη συγκεκριμένη εβδομάδα εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών.
Η έρευνα εξέτασε επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι αντιλήφθηκαν τις επιπτώσεις του καύσωνα στην καθημερινότητά τους, όπως η επίδραση στις ώρες εργασίας, στην ποιότητα του ύπνου, στις μετακινήσεις τους, αλλά και στις συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος.
Η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων, σε ποσοστό 87%, ανέφερε τουλάχιστον μία αρνητική επίπτωση στην υγεία του λόγω της ζέστης. Μεταξύ των συχνότερων προβλημάτων καταγράφηκαν οι διαταραχές ύπνου, η αυξημένη κόπωση κατά την εργασία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρθηκαν συμπτώματα όπως ζάλη, λιποθυμικά επεισόδια και ταχυπαλμίες.
Η διευθύντρια του Ινστιτούτου Έρευνας Grantham, Ελίζαμπεθ Ρόμπινσον, τόνισε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει «μια χώρα που δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη απέναντι στην κλιματική αλλαγή», καλώντας την κυβέρνηση να προχωρήσει στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας των χώρων εργασίας απέναντι στις αυξανόμενες θερμοκρασίες.






