Σύμφωνα με το CNBC, η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα για τα 17 στοιχεία σπάνιων γαιών και επιδιώκει να κατευνάσει τις εντάσεις με το Πεκίνο, ενώ παράλληλα αναζητά εναλλακτικές πηγές κρίσιμων πρώτων υλών — ακόμη και εντός των συνόρων της.
Αυτό, ωστόσο, είναι μια μακρά διαδικασία και, προς το παρόν, η Ευρώπη είναι εξίσου ευάλωτη με άλλους μεγάλους καταναλωτές, ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, απέναντι στη δυνατότητα του Πεκίνου να «κλείσει τη στρόφιγγα» των προμηθειών.
Αξιωματούχοι από τη Γερμανία και την Ολλανδία βρίσκονται αυτή την εβδομάδα στο Πεκίνο για συνομιλίες με τους Κινέζους ομολόγους τους σχετικά με τους κινεζικούς ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και τσιπ ημιαγωγών, που έχουν εκθέσει τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες σε κινδύνους παγκόσμιων διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Κίνα κυριαρχεί στην αγορά σπάνιων γαιών — από την εξόρυξη μέχρι την επεξεργασία — με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας να δείχνουν ότι το 2024 ευθυνόταν για το 59% της παγκόσμιας εξόρυξης, το 91% της επεξεργασίας και το 94% της παραγωγής μόνιμων μαγνητών, που χρησιμοποιούνται ευρέως σε ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες, βιομηχανικούς κινητήρες, data centers και αμυντικά συστήματα.
Ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής ενός κρίσιμου για τη βιομηχανία υλικού, η κινεζική κυριαρχία έχει καταστήσει τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες σε στρατηγικούς τομείς, όπως η ενέργεια, η αυτοκινητοβιομηχανία, η άμυνα και τα κέντρα δεδομένων AI, ευάλωτες σε πιθανές διαταραχές, όπως σημείωσε ο ΙΕΑ.
Αυτή η πιθανότητα διαταραχής έγινε αντιληπτή φέτος, όταν τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο το Πεκίνο ανακοίνωσε απαιτήσεις αδειοδότησης και στη συνέχεια ελέγχους εξαγωγών για τις προμήθειες και τεχνολογίες σπάνιων γαιών.
Οι έλεγχοι αυτοί ανεστάλησαν για έναν χρόνο μετά την εμπορική ανακωχή που επιτεύχθηκε τον Οκτώβριο μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, αλλά οι μεγάλοι εισαγωγείς σπάνιων γαιών, όπως οι ΗΠΑ και η ΕΕ — η οποία εισάγει περίπου το 70% των προμηθειών και σχεδόν το σύνολο των μαγνητών σπάνιων γαιών από την Κίνα — γνωρίζουν καλά τις γεωπολιτικές τους ευαλωτότητες.
Εμπόδια στη διαφοροποίηση
Τον περασμένο μήνα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε το σχέδιο “RESourceEU”, που στοχεύει στη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα σε κρίσιμες πρώτες ύλες «βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα». Το σχέδιο προβλέπει ανακύκλωση υλικών, όπως μπαταρίες, καθώς και κοινές προμήθειες και στρατηγικά αποθέματα.
Η φον ντερ Λάιεν είπε επίσης ότι η ΕΕ θα ενισχύσει τις επενδύσεις σε στρατηγικά έργα για την παραγωγή και επεξεργασία κρίσιμων υλικών εντός Ευρώπης και θα επιταχύνει συμφωνίες με χώρες όπως η Ουκρανία, η Αυστραλία, ο Καναδάς, το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, η Χιλή και η Γροιλανδία.
«Ο κόσμος σήμερα επιβραβεύει την ταχύτητα, όχι τη διστακτικότητα. Και η παγκόσμια οικονομία είναι τελείως διαφορετική από πριν λίγα χρόνια. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει όπως πριν. Το μάθημα με την ενέργεια το μάθαμε με τον δύσκολο τρόπο· δεν θα το επαναλάβουμε με τα κρίσιμα υλικά», τόνισε, αναφερόμενη στην εξάρτηση της ΕΕ από ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε ότι η ΕΕ εργάζεται για τη διαφοροποίηση των προμηθειών σπάνιων γαιών, αλλά ότι αυτό θα χρειαστεί χρόνο.
Γεννά η ανάγκη την καινοτομία;
Η Ευρώπη διαθέτει δικά της αποθέματα σπάνιων γαιών σε Τουρκία, Σουηδία και Νορβηγία, αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει τις υποδομές για εξόρυξη, επεξεργασία και διύλιση, σε αντίθεση με την Κίνα, που έχει δεκαετίες εμπειρίας, επενδύσεων και τεχνογνωσίας.
Επιπλέον, η Ευρώπη αντιμετωπίζει πιο χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης και αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, γεγονός που σημαίνει ότι η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κοιτασμάτων μπορεί να καθυστερήσει χρόνια. Η δημόσια αντίσταση επίσης αποτελεί παράγοντα, σε αντίθεση με την Κίνα.
Η ανάγκη γρήγορης απεξάρτησης από την Κίνα ίσως ωθήσει τις κυβερνήσεις να άρουν κάποια εμπόδια, και ήδη υπάρχουν ενδείξεις δράσης — όπως το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής μαγνητών σπάνιων γαιών στην Ευρώπη, που άνοιξε τον Σεπτέμβριο στην Εσθονία, με χρηματοδότηση από τον Καναδά και την ΕΕ. Οι πρώτες ύλες προέρχονται από την Αυστραλία και τη Μαλαισία.
«Πιθανότατα υπάρχουν πολλά ακόμα κοιτάσματα στην Ευρώπη, αλλά υπάρχουν εμπόδια ώστε να ενεργοποιηθούν», δήλωσε στο CNBC ο Γουίλις Τόμας, σύμβουλος της CRU Group.
«Αν όμως μπούμε σε έναν κόσμο όπου οι κίνδυνοι από τις εμπορικές εντάσεις γίνονται πραγματικότητα, αυτό θα ωθήσει όλους να αναπτύξουν πιο ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού — αλλά θα χρειαστεί χρόνος και η τεχνογνωσία είναι περιορισμένη».
Αυτό που ανησυχεί ιδιαίτερα την Ευρώπη είναι ότι η αδυναμία ελέγχου των πρώτων υλών μπορεί να εκτροχιάσει τις τεχνολογικές και πράσινες φιλοδοξίες της.
«Ο αγώνας της Ευρώπης για το μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα και την ψηφιακή πρωτοπορία εξαρτάται από υλικά που δεν ελέγχει», σημείωσαν σε ανάλυση για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ οι Χάμεντ Γκιαΐ και Φίλιπο Γκορέλι.
«Για δεκαετίες, η Ευρώπη αντιμετώπιζε τις πρώτες ύλες ως απλό εμπόρευμα, όχι ως στρατηγικό ζήτημα. Αυτή η εφησυχασμός γίνεται πλέον κοστοβόρος».
«Διακυβεύονται οι κλιματικοί στόχοι και η οικονομική ανθεκτικότητα. Ελλείψεις σε σπάνιες γαίες, γάλλιο ή γερμάνιο θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την παραγωγή τσιπ, την ανάπτυξη AI και ακόμη και την εγκατάσταση ανεμογεννητριών. Με λίγα λόγια, η Ευρώπη δεν μπορεί να χτίσει ένα πράσινο ή ψηφιακό μέλλον σε εφοδιαστικές αλυσίδες που δεν ελέγχει», κατέληξαν.







