Υπέρ της αρχής του νομοσχεδίου τάχθηκαν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, ενώ αρκετές επιμέρους διατάξεις έτυχαν στήριξης και από άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Κατά τη συζήτηση αναγνωρίστηκε ευρέως η ανάγκη ρύθμισης ενός πεδίου που παρέμενε ουσιαστικά αρρύθμιστο επί σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Παράλληλα, εγκρίθηκε τροπολογία που κατέθεσε ο κ. Μαρινάκης, με την οποία δίνεται η δυνατότητα σε συγκεκριμένο αριθμό δημοσιογράφων που εργάζονται στην ΕΡΤ, το ΑΠΕ-ΜΠΕ και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας να αναγνωρίσουν προϋπηρεσία που είχαν αποκτήσει στους ίδιους φορείς, όταν απασχολούνταν σε διαφορετικές θέσεις αλλά ασκούσαν δημοσιογραφικά καθήκοντα. Η συγκεκριμένη ρύθμιση έτυχε θετικής υποδοχής από το σύνολο σχεδόν των κοινοβουλευτικών κομμάτων.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο επιχειρεί να δώσει οριστική λύση σε μια εκκρεμότητα δεκαετιών, θεσπίζοντας ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης για τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Μέχρι σήμερα, οι σταθμοί αυτοί λειτουργούσαν υπό καθεστώς προσωρινής νομιμότητας, συμμετέχοντας κανονικά στην αγορά διαφήμισης και σε προγράμματα ενίσχυσης, χωρίς να υπόκεινται σε ένα πλήρως καθορισμένο και αυστηρά εποπτευόμενο πλαίσιο λειτουργίας.
Σήμερα λειτουργούν νόμιμα 81 περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η οριστική αδειοδότησή τους αποτελεί τόσο θεσμική όσο και συνταγματική υποχρέωση, ενώ αναμένεται να ενισχύσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, να αναβαθμίσει τη θέση των σταθμών στην αγορά και να διασφαλίσει την τήρηση συγκεκριμένων κανόνων και προϋποθέσεων.
Με τη νέα ρύθμιση επιχειρείται η οργάνωση του περιφερειακού τηλεοπτικού τοπίου, κατά το πρότυπο των μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο μέσω των αντίστοιχων μητρώων. Στόχος είναι η ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της βιωσιμότητας των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης, τα οποία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προβολή θεμάτων τοπικού ενδιαφέροντος.
Το νομοσχέδιο αποτελεί την τρίτη σημαντική νομοθετική παρέμβαση στον χώρο των ΜΜΕ μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους, μετά τις ρυθμίσεις για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο και την ενίσχυση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, καθώς και την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (EMFA). Παράλληλα, προαναγγέλλεται αντίστοιχη νομοθετική πρωτοβουλία για την αδειοδότηση των ραδιοφωνικών σταθμών.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του νέου πλαισίου, η αδειοδότηση θα βασίζεται σε σύγχρονα, αντικειμενικά και ποιοτικά κριτήρια αξιολόγησης. Θεσπίζονται σαφείς προϋποθέσεις για τη χορήγηση και διατήρηση των αδειών, ενώ προβλέπονται αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων, που μπορούν να φτάσουν ακόμη και στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας.
Παράλληλα, η ποιότητα του τηλεοπτικού προϊόντος αναβαθμίζεται, καθώς οι αδειοδοτημένοι σταθμοί θα υποχρεούνται να εκπέμπουν αποκλειστικά σε υψηλή ευκρίνεια (HD), στο πλαίσιο της μετάβασης στο τεχνολογικό πρότυπο DVB-T2 που υλοποιείται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Επιπλέον, καταργείται το μοντέλο δημοπρασίας που είχε προβλεφθεί από τον νόμο του 2015, με την κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι η αδειοδότηση δεν πρέπει να εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των ενδιαφερομένων αλλά από την πλήρωση συγκεκριμένων ποιοτικών προϋποθέσεων.
Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης μέτρα προστασίας των θέσεων εργασίας και δημιουργίας νέων ευκαιριών απασχόλησης στον κλάδο, ενώ επιδιώκει να αντιμετωπίσει φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού από σταθμούς που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις λειτουργίας.
Παράλληλα, ενισχύεται ο εποπτικός ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), καθώς αυξάνεται κατά 62% το προσωπικό του, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικότερα στις νέες αρμοδιότητες ελέγχου και εποπτείας.
Η διαδικασία αδειοδότησης θα υλοποιηθεί αποκλειστικά από το ΕΣΡ και θα πραγματοποιείται ανά Περιφερειακή Ζώνη. Ο αριθμός των αδειών θα καθορίζεται βάσει της διαθέσιμης χωρητικότητας του φάσματος, ύστερα από εισήγηση της ΕΕΤΤ και γνώμη του ΕΣΡ. Στον σχεδιασμό των προϋποθέσεων αδειοδότησης ελήφθησαν υπόψη πληθυσμιακά και οικονομικά δεδομένα κάθε περιοχής, ενώ προηγήθηκε διαβούλευση με τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς.
Οι αδειοδοτημένοι σταθμοί δεν θα καταβάλλουν τίμημα για την απόκτηση της άδειας, αλλά μόνο ένα ετήσιο ποσό που θα καλύπτει το κόστος εποπτείας από το ΕΣΡ και θα διαφοροποιείται ανάλογα με την περιφέρεια.
Η διαδικασία αδειοδότησης θα εξελίσσεται σε δύο στάδια. Κατά την πρώτη φάση θα εξετάζεται η πλήρωση συγκεκριμένων ποιοτικών προϋποθέσεων, με αντικειμενικά κριτήρια συμμόρφωσης, ενώ οι άδειες θα διακρίνονται σε ενημερωτικού και μη ενημερωτικού περιεχομένου.
Σε δήλωσή του, ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι με τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση τερματίζεται οριστικά ένα προσωρινό καθεστώς που διατηρήθηκε επί 28 χρόνια και εισάγεται ένα σύστημα οριστικής αδειοδότησης με διαφάνεια, σαφείς κανόνες και αντικειμενικά κριτήρια. Τόνισε ότι η διαδικασία θα διενεργείται από το ΕΣΡ, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, και όχι από την εκτελεστική εξουσία.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ακόμη ότι εγκαταλείπεται το μοντέλο των δημοπρασιών για τη χορήγηση αδειών, ενώ έκανε λόγο για ουσιαστικό διάλογο με μέρος της αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου. Παράλληλα, αναφέρθηκε στον ρόλο των τοπικών τηλεοπτικών σταθμών στην ανάδειξη ζητημάτων που αφορούν τις τοπικές κοινωνίες, εκφράζοντας την άποψη ότι η νέα νομοθετική πρωτοβουλία θα συμβάλει στην αναβάθμιση της λειτουργίας και της ποιότητας των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης.
Τέλος, σημείωσε ότι η τελική μορφή του νομοσχεδίου διαμορφώθηκε μέσα από τη διαδικασία διαβούλευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις των εμπλεκόμενων φορέων και τις παρατηρήσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης που συμμετείχαν, όπως είπε, με θεσμική υπευθυνότητα στον διάλογο.






