Από τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου έως τις επενδύσεις της ΔΕΗ σε giga data centers στη Δυτική Μακεδονία, η χώρα επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και τη μετάβαση του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου στην εποχή της “από-ρωσοποίησης”. Ωστόσο, ειδικά στο φυσικό αέριο, οι νέες περιπλοκές στη συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ για ενεργειακές προμήθειες ύψους 750 δισ. δολαρίων, αλλά και οι ανταγωνιστικότερες οδεύσεις προς την Ουκρανία μέσω Πολωνίας και Κροατίας, καθιστούν το εγχείρημα ιδιαίτερα απαιτητικό.
Το διακύβευμα, πάντως έχει να κάνει με την αντικατάσταση των 17- 18 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων (bcm), που σήμερα εκτιμάται ότι καλύπτεται με ρωσικές προμήθειες σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ποσότητα που μπορεί να διπλασιαστεί σε μια συγκυρία ανοικοδόμησης της Ουκρανίας.
Ο Κάθετος Διάδρομος ως πυλώνας στρατηγικής
Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τον Κάθετο Διάδρομο ως βασικό εργαλείο της νέας αρχιτεκτονικής ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την απόφαση της ΕΕ για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και στροφή σε εναλλακτικές πηγές – κυρίως αμερικανικό LNG. Η φιλοδοξία είναι σαφής: η Ελλάδα να αποτελέσει βασική πύλη εισόδου και διαμετακόμισης ενέργειας προς τα Βαλκάνια και την Ουκρανία, αναβαθμίζοντας το γεωπολιτικό της αποτύπωμα.
Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, συνδέεται άμεσα με τη διατλαντική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ για αγορές ενεργειακών προϊόντων και αμυντικού υλικού. Το «πάγωμα» της διαδικασίας έγκρισής της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά τις εξελίξεις στις ΗΠΑ και τις νέες αναταράξεις στο μέτωπο των δασμών από τον Ντόναλντ Τραμπ, εισάγει έναν κρίσιμο παράγοντα αβεβαιότητας. Η συμφωνία, που προέβλεπε μεταξύ άλλων μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές αμερικανικού LNG, όπλων και επενδύσεις, τελεί πλέον υπό επανεξέταση, επηρεάζοντας έμμεσα και τον σχεδιασμό για τον Κάθετο Διάδρομο.
Παρά τις δυσκολίες, η επιτυχία των δημοπρασιών Route 1 για μεταφορά φυσικού αερίου προς την Ουκρανία μέσω του διαδρόμου καταδεικνύει ότι υπάρχει επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, η απουσία ζήτησης για άλλες διαδρομές (Route 2 και 3) και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός από εναλλακτικές, ενδεχομένως φθηνότερες, οδεύσεις μέσω Κεντρικής Ευρώπης, υπογραμμίζουν ότι η βιωσιμότητα του εγχειρήματος δεν είναι δεδομένη.
Να σημειωθεί ότι οι “ταρίφες” από ανταγωνιστικές οδεύσεις είναι πιο οικονομικές για τους traders. Έτσι, με βάση τις εμπορικές πολιτικές των Διαχειριστών των χωρών της όδευσης, στα 4,4 €/MWh είναι η χρέωση μέσω της Πολωνίας, στα 4,7 €/MWh από τη Κροατία μέσω της Ουγγαρίας. Στα 7 €/MWh είναι η χρέωση του ΔΕΣΦΑ μέσω Ρεβυθούσας και περίπου στα 9 €/MWh μέσω FSRU Αλεξανδρούπολης.
Διατλαντικές επαφές και γεωπολιτικό αποτύπωμα
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επαφές της ελληνικής πολιτικής και επιχειρηματικής ηγεσίας στην Ουάσιγκτον αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα με δεδομένη και τη διάθεση των ΗΠΑ να στηρίξουν ένα πιο ενεργητικό ρόλο της χώρας με προώθηση παράλληλα πωλήσεων αμερικανικού σχιστολιθικού αερίου, αλλά και της Κομισιόν, να δώσει “πράσινο” φως για πιο μακροχρόνια προϊόντα δέσμευσης χωρητικότητας.
Αναλυτικά, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας συμμετέχει στη σύνοδο «Transatlantic Gas Security Summit», που πραγματοποιείται στο United States Institute of Peace, με στόχο την εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα του LNG και την ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η παρουσία κορυφαίων ελληνικών ενεργειακών ομίλων, όπως η ΔΕΣΦΑ, η Gastrade και η ΔΕΗ, αλλά και αμερικανικών χρηματοδοτικών οργανισμών, αναδεικνύει ότι η Αθήνα επιχειρεί να «κλειδώσει» τη στήριξη των ΗΠΑ, τόσο σε επίπεδο προμηθειών, όσο και χρηματοδότησης υποδομών. Η συμμετοχή των χωρών του Κάθετου Διαδρόμου (Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία) σε ξεχωριστή υπουργική συνάντηση επιβεβαιώνει τη φιλοδοξία συγκρότησης ενός συνεκτικού ενεργειακού άξονα με επίκεντρο την Ελλάδα.
Η Δυτική Μακεδονία ως τεχνολογικός και ενεργειακός κόμβος
Παράλληλα με το φυσικό αέριο, η χώρα επενδύει στρατηγικά και στην ψηφιακή υποδομή. Η ΔΕΗ προωθεί τη δημιουργία Giga Data Center στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, στη Δυτική Μακεδονία, στο πλαίσιο του μετασχηματισμού των πρώην λιγνιτικών περιοχών σε πράσινο και τεχνολογικό hub.
Το επενδυτικό σχέδιο, που εκτιμάται ότι θα υπερβεί τα 2,3 δισ. ευρώ, προβλέπει αρχική ισχύ 300 MW με δυνατότητα επέκτασης έως 1.000 MW, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει κόμβο Τεχνητής Νοημοσύνης με υπερτοπική εμβέλεια. Η ενεργειακή τροφοδοσία θα γίνεται behind-the-meter, διασφαλίζοντας ότι δεν θα επιβαρύνει το εθνικό σύστημα, ενώ το οικοσύστημα που θα αναπτυχθεί γύρω από την εγκατάσταση αναμένεται να μετασχηματίσει την τοπική οικονομία.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο αφήγημα που έχει παρουσιάσει η διοίκηση της ΔΕΗ και ο διευθύνων σύμβουλος Γιώργος Στάσσης σε διεθνή φόρα όπως το World Economic Forum, αναδεικνύοντας τη Δυτική Μακεδονία ως υπόδειγμα μετάβασης «από τον άνθρακα στην καθαρή ενέργεια» και πλέον στην ψηφιακή οικονομία.
Ένα φιλόδοξο αλλά σύνθετο στοίχημα
Η Ελλάδα, αξιοποιώντας τον Κάθετο Διάδρομο και τις επενδύσεις σε ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, επιχειρεί να αναδειχθεί σε κόμβο ενέργειας και τεχνολογίας σε μια περίοδο βαθιών γεωοικονομικών ανακατατάξεων. Ωστόσο, η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από παραμέτρους που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια: τη σταθερότητα των διατλαντικών συμφωνιών, την πορεία των εμπορικών σχέσεων ΕΕ–ΗΠΑ, τον ανταγωνισμό εναλλακτικών οδεύσεων και το τελικό κόστος ενέργειας.
Με άλλα λόγια, η στρατηγική είναι φιλόδοξη και πολυεπίπεδη, αλλά το πεδίο στο οποίο εξελίσσεται παραμένει ρευστό. Και ακριβώς γι’ αυτό, το στοίχημα για την ανάδειξη της χώρας σε περιφερειακό κόμβο είναι υψηλής αξίας – αλλά και υψηλού ρίσκου.