Το νέο πλαίσιο συνδυάζει αυξημένα επενδυτικά κίνητρα για την απανθρακοποίηση με μεγαλύτερη ευελιξία για τις επιχειρήσεις, προσαρμόζοντας το σύστημα στον νέο στόχο της ΕΕ για μείωση των εκπομπών κατά 90% έως το 2040.
Κεντρικός πυλώνας της πρότασης είναι η δημιουργία της Τράπεζας Απανθρακοποίησης της Βιομηχανίας, μέσω της οποίας θα κινητοποιηθούν επενδύσεις ύψους 100 δισ. ευρώ για έργα καθαρής βιομηχανίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως πρώτο βήμα, πριν από το 2030 θα ενεργοποιηθεί το ETS Investment Booster, διαθέτοντας περίπου 30 δισ. ευρώ σε επιχειρήσεις που προχωρούν έγκαιρα σε επενδύσεις για τη μείωση των εκπομπών τους. Παράλληλα, το Ταμείο Καινοτομίας διατηρεί τον κομβικό του ρόλο στη χρηματοδότηση καινοτόμων τεχνολογιών χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος.
Η Επιτροπή προτείνει επίσης αυστηρότερη αξιοποίηση των εσόδων από το ETS, καθώς τα κράτη-μέλη θα πρέπει πλέον να κατευθύνουν το 50% των εθνικών εσόδων από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών σε επενδύσεις που επιταχύνουν την απανθρακοποίηση των τομέων που υπάγονται στο σύστημα.
Αγορά άνθρακα
Στο σκέλος της αγοράς άνθρακα, η Κομισιόν επιχειρεί να εξισορροπήσει τους φιλόδοξους κλιματικούς στόχους με τις ανάγκες της βιομηχανίας. Για τον λόγο αυτό προτείνει μια πιο σταδιακή πορεία μείωσης των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών από το 2031, διατηρώντας παράλληλα το συνολικό επίπεδο φιλοδοξίας. Ο συντελεστής γραμμικής μείωσης (Linear Reduction Factor) διαμορφώνεται στο 3,7% για την περίοδο 2031-2035 και στο 1,7% για την περίοδο 2036-2040, γεγονός που επιτρέπει τη συνέχιση της διάθεσης δικαιωμάτων και κατά τη δεκαετία του 2040.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την εισαγωγή πρόσθετων μηχανισμών ευελιξίας. Από το 2036 θα δίνεται η δυνατότητα αξιοποίησης διεθνών πιστωτικών μορίων υψηλής αξιοπιστίας, έως ποσοστό 2% του συστήματος, χωρίς να μεταβάλλεται ο συνολικός στόχος για μείωση των εκπομπών. Παράλληλα, στο ETS ενσωματώνονται για πρώτη φορά 250 εκατ. τόνοι μόνιμων εγχώριων απορροφήσεων άνθρακα υψηλής ποιότητας, δημιουργώντας πρόσθετο «χώρο» για τους κλάδους όπου η μείωση των εκπομπών είναι τεχνικά πιο δύσκολη.
Η μεταβλητότητα τιμών
Παρεμβάσεις προβλέπονται και στον μηχανισμό σταθερότητας της αγοράς. Η Επιτροπή εισηγείται τη μείωση του ρυθμού απορρόφησης δικαιωμάτων από το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς από το 24% στο 12%, ώστε να παραμένουν περισσότερα δικαιώματα διαθέσιμα στην αγορά και να περιοριστεί η μεταβλητότητα των τιμών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη συνέχιση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών. Η στήριξη προς τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα παραταθεί και μετά το 2030, αλλά θα συνδέεται πλέον άμεσα με επενδύσεις που πραγματοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απανθρακοποίηση της παραγωγής. Ταυτόχρονα, διατηρείται η δυνατότητα αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους άνθρακα, ενώ με ξεχωριστή πρόταση προβλέπεται η επιβράδυνση της σταδιακής κατάργησης των δωρεάν δικαιωμάτων για τους τομείς που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), με παράταση έως το 2038.
Η αναθεώρηση συνοδεύεται και από παρεμβάσεις απλούστευσης, με στόχο τη μείωση του διοικητικού κόστους τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τις δημόσιες αρχές, καθώς και τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος.
Ο εξηλεκτρισμός
Παράλληλα με την πρόταση για το ETS, η Επιτροπή παρουσίασε και σχέδιο δράσης για τον εξηλεκτρισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας, επιδιώκοντας να καταστήσει την Ευρώπη την πρώτη «ηλεκτροκίνητη ήπειρο». Η Κομισιόν θα εξετάσει την υιοθέτηση ενδεικτικού στόχου εξηλεκτρισμού 46% έως το 2040, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μειώσει κατά 260 δισ. ευρώ ετησίως το κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων.
Το σχέδιο περιλαμβάνει μέτρα για τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, φορολογικά κίνητρα, ταχύτερη ανάπτυξη των ηλεκτρικών δικτύων, ενίσχυση της διείσδυσης των ηλεκτρικών οχημάτων και των αντλιών θερμότητας, καθώς και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια.
Με το πακέτο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να μετατρέψει το ETS από ένα εργαλείο τιμολόγησης των εκπομπών σε έναν ολοκληρωμένο επενδυτικό μηχανισμό που θα στηρίζει την πράσινη μετάβαση, θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και θα μειώνει την ενεργειακή εξάρτηση της Ένωσης από τα ορυκτά καύσιμα.





