Χρονιά ανάκαμψης χαρακτηρίζεται το 2004 για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας, σύμφωνα με την έρευνα που εκπόνησε η Hellastat. Με μέσο ρυθμό ανάπτυξης κερδοφορίας για την τελευταία τριετία να υπολογίζεται στο 16%, οι ιχθυοκαλλιέργειες αναδυκνύονται σε ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο κλάδο.
Το 2003, η παραγωγή ψαριών έφτασε τους 101.436 τόνους περίπου, αυξημένη από το 1999 όπου η παραγωγή ιχθυοκαλλιεργειών έφτανε τους 95.086 τόνους περίπου. Αρκετά μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής εξάγεται στην Ευρώπη, όπου το 2004 υπολογίζεται ότι 83.782 τόνοι ψαριών και ψαρικών εξήχθεισαν από την Ελλάδα με προορισμό τις Ευρωπαϊκές χώρες. Η συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή ιχθυοκαλλιεργειών καλύπτει τις ανάγκες που προέκυψαν από τη μείωση αλιείας που παρατηρείται την τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Εξετάζοντας την κερδοφορία, 49 από τις 67 συνολικά εταιρείες του δείγματος εμφανίζονται κέρδοφόρες, με αποτέλεσμα τα συνολικά κέρδη να διαμορφώνονται στα 2,03 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών ύψους 8,05 εκατ. την περυσινή χρονιά. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων έπαιξαν οι συγχωνεύσεις και απορροφήσεις πολλών μικρών επιχειρήσεων που αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα από ισχυρούς παίκτες του κλάδου, κυρίως λόγω του υψηλού δανεισμού. Οι μεγάλες επιχειρήσεις σε μια προσπάθεια βελτίωσης των οικονομικών τους μεγεθών, επιδιώκουν συμφωνίες με μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου, με συνέπεια η ελληνική αγορά ψαριών να “ελέγχεται” από λίγες μεγάλες επιχειρήσεις και να παρουσιάζει τάσεις συγκέντρωσης. Αποτέλεσμα ήταν από τις 487 εταιρείες ιχθυοκαλλιέργειας που λειτουργούσαν το 2002 σήμερα να λειτουργούν περίπου οι 200. Ανάμεσα στους 10 μεγαλύτερους παίκτες της αγοράς βάσει πωλήσεων 2004, ο Νηρεύς βελτίωσε τα κέρδη του κατά 80,4%, παρά τα έκτατα έξοδα ύψους 1 εκατ. ευρώ, με τα καθαρά αποτελέσματα να διαμορφώνονται στα 5,5 εκατ. το 2004 έναντι 3,04 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περυσινό διάστημα. Οι Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες σημείωσαν κέρδη ύψους 2,61 εκατ. έναντι 1,09 εκατ. το 2003, βελτίωση η οποία προέρχεται σχεδόν εξολοκλήρου από έκτακτα έσοδα (2,53 εκατ.) ενώ η Σελόντα αύξησε τα αποτελέσματά της κατά 85,8% με τα κέρδη να διαμορφώνονται στα 3,03 εκατ. από 1,62 εκατ. πέρυσι. Τα σημάδια βελτίωσης συνεχίζονται και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2005, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα αποτελέσματα των εισηγμένων εταιρειών σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις την περίοδο 01/01-31/03/2005 στον κλάδο της ιχθυοτροφίας αυξήθηκαν κατά 6,6% σε ενοποιημένη βάση από το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, ενώ εντυπωσικά βελτιώθηκε και η κερδοφορία του κλάδου. Το σύνολο των πωλήσεων άγγιξε τα 460 εκατ. έναντι 397,37 εκατ. με τις 10 μεγαλύτερες επιχειρήσεις να συγκεντρώνουν το 60,3% των συνολικών πωλήσεων. Η Σελόντα αύξησε τις πωλήσεις της κατά 51,7% διαμορφώνοντας έτσι τον κύκλο εργασιών της στα 37,59 εκατ. το 2004 εναντι 24,78 εκατ. το 2003, βελτιώνοντας ταυτόχρονα το μερίδιό της στην αγορά από 6,2% την περυσινή χρονιά σε 8,2% το 2004. Η Interfish από 11,75 εκατ. ευρώ πωλήσεις το 2003 ανήλθε το 2004 στα 17,85 εκατ. με το μερίδιό της να αυξάνεται από 3% σε 3,9%. Το περιθώριο μικτού κέρδους διατηρείται σε σταθερά επίπεδα και το 2004 εκτιμάται στο 12,3% (12,6% το 2002). Ο μέσος δείκτης λειτουργικής κερδοφορίας (ΚΠΤΦΑ) στον κλάδο παρουσιάζει μικρή αύξηση από το 2003 και υπολογίζεται στο 10% το 2004 έναντι 9% το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, ενώ το περιθώριο καθαρού κέρδους κυμαίνεται στα χαμηλά επίπεδα του 1,1% για το 2004 (0,7% το 2003). Από πλευράς ρευστότητας ο κλάδος βρίσκεται σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα με γενική ρευστότητα στο 1,3 το 2004. Η άμεση ρευστότητα κυμαίνεται σε χαμηλότερα επίπεδα και υπολογίζεται στο 0,55 το 2004 λόγω της μεγάλης συμμετοχής των αποθεμάτων στη σύνθεση του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Ωστόσο, ενθαρρυντική κρίνεται η μείωση της διάρκειας τήρησης των αποθεμάτων στους 11 μήνες έναντι 14 μηνών το 2002 (μείωση κατά 101 ημέρες). Οι επιχειρήσεις υπολογίζεται ότι εισπράτουν τις απαιτήσεις τους κάθε 5,5 μήνες, χρονικό διάστημα βελτιωμένο κατά 1 μήνα περίπου (27 ημέρες) από το 2003, με αποτέλεσμα ο εμπορικός κύκλος να διαμορφώνεται στις 196 ημέρες σαφώς βελτιωμένος τόσο από την προηγούμενη χρονιά (234 ημέρες) όσο και από το 2002 (309 ημέρες). Οι βραχυπρόθεσμες τραπεζικές υποχρεώσεις του κλάδου φτάνουν το 2004 τα 184,6 εκατ. έναντι 170,9 εκατ. το 2003, ενώ ο