Κεντρικός πυλώνας του νέου πλαισίου είναι η αναμόρφωση του τρόπου υπολογισμού του φόρου για τα πλοία δεύτερης κατηγορίας (άρθρο 198). Προβλέπεται νέα κλίμακα βάσει κόρων (GRT), θέσπιση ελάχιστου φόρου, εκτεταμένη αναδιάρθρωση των συντελεστών ανά κατηγορία πλοίου και διαφοροποιήσεις για επαγγελματικά και ιδιωτικά σκάφη αναψυχής, τουριστικά ημερόπλοια, ταχύπλοα, ρυμουλκά, ερευνητικά, αλιευτικά και ειδικά πλοία. Παράλληλα, καθορίζονται συγκεκριμένες μειώσεις για φορτηγά και επιβατηγά, ενώ μπαίνει τέλος στη μείωση λόγω ακινησίας για τα ιδιωτικά σκάφη αναψυχής.
Με το άρθρο 199, ορίζεται ότι μόνο τα πλοία με πραγματικό μηδενικό συντελεστή απαλλάσσονται από την υποχρέωση δήλωσης, αποσαφηνίζοντας μια περιοχή, που προκαλούσε ερμηνευτικές ασάφειες.
Το άρθρο 200 φέρνει σημαντικές αλλαγές στις διαδικασίες μεταβίβασης ή υποθήκευσης πλοίων: προϋπόθεση πλέον για οποιαδήποτε καταχώριση στο νηολόγιο είναι η πλήρης εξόφληση όλων των σχετικών φόρων (φόρος και εισφορά του ν. 27/1975, φόρος αμοιβών πληρωμάτων, τέλος άρθρου 57 ν. 4646/2019). Ενισχύονται επίσης οι κανόνες για τον νέο πλοιοκτήτη, ο οποίος αναλαμβάνει αυτομάτως φορολογική υποχρέωση από την ημέρα μεταβίβασης.
Το άρθρο 201 ενισχύει τον μηχανισμό φορολόγησης των πλοίων υπό ξένη σημαία, εξομοιώνοντας τη διαδικασία δήλωσης και καταβολής φόρου με εκείνη των ελληνικών. Παρέχεται δυνατότητα έκπτωσης φόρων χωρητικότητας που έχουν καταβληθεί στο εξωτερικό, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, καθώς και καθορισμός του τρόπου καταλογισμού όταν η διαχείριση ανατίθεται εντός του έτους σε ελληνική εταιρεία.
Τέλος, το άρθρο 202 προβλέπει ότι οι απαλλαγές και μειώσεις του άρθρου 13 του ν. 27/1975 δεν εφαρμόζονται πλέον σε ιδιωτικά και επαγγελματικά πλοία και πλοιάρια αναψυχής, καθώς και σε τουριστικά ημερόπλοια — με μοναδική εξαίρεση την ειδική απαλλαγή για πλοία δεύτερης κατηγορίας.
Συνολικά, το νομοσχέδιο επιχειρεί να εκσυγχρονίσει πλήρως το καθεστώς φορολόγησης πλοίων, να αντιμετωπίσει παλαιά κενά, να περιορίσει τις ασάφειες και να προσαρμόσει τη φορολογική βάση στις σημερινές ανάγκες της ναυτιλιακής δραστηριότητας και της αγοράς αναψυχής.
Ο αντίκτυπος εστιάζει στα εξής σημεία:
-Διεύρυνση της φορολογικής βάσης στον τομέα της αναψυχής.
-Τερματισμός ανάλογων διευκολύνσεων που ίσχυαν ιστορικά για μεγάλο μέρος του κλάδου.
-Νέα δεδομένα για εταιρείες charter, ιδιοκτήτες τουριστικών ημεροπλοίων και ιδιωτικών yachts.







