Το μέτρο αποσκοπεί στην απορρόφηση μέρους των πιέσεων που προκαλεί το αυξημένο κόστος καυσίμων και αντιμετωπίζεται θετικά από τον κλάδο, καθώς αποτελεί πάγιο αίτημά του. Ωστόσο, εκπρόσωποι της αγοράς επισημαίνουν ότι πρόκειται για μια αρχική παρέμβαση, η οποία θα πρέπει να επανεξετάζεται ανάλογα με την εξέλιξη των συνθηκών.
Στελέχη της ακτοπλοΐας αναγνωρίζουν ότι η πρωτοβουλία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση με βάση τα σημερινά δεδομένα, τονίζοντας όμως ότι σε περίπτωση παράτασης ή επιδείνωσης της κατάστασης, θα απαιτηθεί αναθεώρηση του πακέτου στήριξης.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία στη λήψη αποφάσεων, ακόμη και σε μηνιαία βάση, σημειώνοντας ότι έως τώρα το κύριο βάρος επωμίζονται τα συμβατικά πλοία και τα δρομολόγια που εκτελούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το κόστος των εκπτώσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια —που αφορούν κοινωνικές ομάδες όπως φοιτητές, άτομα με αναπηρία και πολύτεκνοι— κυμαίνεται μεταξύ 20% και 50%, με τη συνολική επιβάρυνση για τις εταιρείες να φτάνει τα 40 έως 60 εκατ. ευρώ ετησίως. Αντίθετα, στον τομέα των ΚΤΕΛ, αντίστοιχες παροχές καλύπτονται ήδη από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρά τη θετική ανταπόκριση, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η προβλεπόμενη αποζημίωση δεν καλύπτει πλήρως τις απώλειες των εταιρειών, αν και αναγνωρίζεται ως ένα σημαντικό βήμα σε θεσμικό επίπεδο.
Την ίδια στιγμή, το μέτρο δεν φαίνεται να επηρεάζει ουσιαστικά τις γραμμές δημόσιας υπηρεσίας (άγονες γραμμές), κυρίως σε νησιωτικές περιοχές με χαμηλή επιβατική κίνηση. Εκεί, οι μόνιμοι κάτοικοι μετακινούνται ήδη δωρεάν, γεγονός που περιορίζει τη σημασία των εκπτώσεων.
Για τις μικρομεσαίες ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά σε αυτές τις γραμμές, οι προκλήσεις παραμένουν έντονες. Όπως επισημαίνεται, η βιωσιμότητά τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενίσχυση των επιδοτήσεων, ώστε να καλυφθεί το αυξημένο λειτουργικό κόστος. Διαφορετικά, τίθενται σοβαρά ερωτήματα για τη συνέχιση της εξυπηρέτησης κρίσιμων νησιωτικών συνδέσεων.





