Σύμφωνα με την εκτίμηση του οίκου, οι σταθερές προοπτικές αντικατοπτρίζουν την ισχυρή οικονομική και δημοσιονομική απόδοση της χώρας, η οποία εξισορροπείται από τα υψηλά επίπεδα του εξωτερικού και δημόσιου χρέους. Παράλληλα ο οίκος εστιάζει σε μια σειρά από σημεία που υπάρχει υστέρηση και θα πρέπει να τύχουν προσχοής, όπως η δικαιοσύνη
Ο οίκος προβλέπει ανάπτυξη ΑΕΠ 2,1% φέτος, καθώς η μεγαλύτερη βεβαιότητα σχετικά με την εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ θα πρέπει να τονώσει τη βιομηχανική δραστηριότητα αργότερα εντός του έτους. Η σταθερή και συνεπής πτώση της ανεργίας, σε συνδυασμό με την αύξηση των πραγματικών μισθών, θα υποστηρίξει επίσης την ιδιωτική κατανάλωση.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, η ανάπτυξη κινήθηκε με μέσο όρο 2%, ο οποίος είναι ελαφρώς χαμηλότερος από το 2,3% που καταγράφηκε τόσο το 2023 όσο και το 2024. Αν και η ιδιωτική κατανάλωση έχει κρατήσει, η βιομηχανική παραγωγή έχει πρακτικά μείνει στάσιμη φέτος, καταγράφοντας οριακή μείωση 0,1% στο οκτάμηνο, σε σύγκριση με 6,8% του 2024.
Παράλληλα, ο οίκος προβλέπει μέση ανάπτυξη 2,2% για την περίοδο 2025-2026, τροφοδοτούμενη από τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση, και ότι στη συνέχεια η ανάπτυξη θα αρχίσει να επιβραδύνει καθώς θα ολοκληρώνεται η ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Οπως αναφέρει ο οίκος, από το 2023, η Ελλάδα έχει εμφανίσει ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσου ύψους 3,4% του ΑΕΠ. Η S&P προβλέπει ότι θα εμφανίσει δεύτερη χρονιά με πλεόνασμα προϋπολογισμού φέτος, όντας από τις λίγες ανεπτυγμένες χώρες που μειώνουν το χρέος για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.
Παρά τις αυξημένες εξωγενείς ανισορροπίες, με βάση τον οίκο, η συμμετοχή στην ευρωζώνη και η ευθυγράμμιση με τις δημοσιονομικές συνθήκες προσφέρουν προστασία έναντι του ρίσκου ενός σοκ στο ισοζύγιο πληρωμών. Οι οικονομικές προοπτικές παραμένουν ισχυρές και ενισχύονται από επενδυτικά projects και ισχυρή ζήτηση στον τουριστικό κλάδο.
Το σταθερό outlook εξισορροπεί τις ισχυρές οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις έναντι του μεγάλου εξωτερικού και κυβερνητικού χρέους.
Πλεονάσματα
Όπως, πάντως, αναφέρεται, η κυβέρνηση παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία η S&P εκτιμά ότι θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 2,9% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2028.
Το καθαρό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει υψηλό και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 131% στο τέλος του 2025, αν και οι κίνδυνοι που απορρέουν από αυτό μετριάζονται χάρη στη μεγάλη σταθμισμένη μέση διάρκεια ωρίμανσης και στην εκτεταμένη αντιστάθμιση επιτοκιακού κινδύνου.
Πάντως, ο οίκος αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία είναι πιο ευάλωτη σε εξωγενή σοκ σε σύγκριση με τους ομολόγους της στην ΕΕ. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έχει παραμείνει σε υψηλά επίπεδα. Παρόλα αυτά, η αύξηση των ταξιδιωτικών εσόδων το 2025, σε συνδυασμό με τη μείωση των πληρωμών τόκων και των τιμών του πετρελαίου, οδήγησε σε μια μέτρια πτώση του ισοζυγίου.
Καμπανάκια
Όπως αναφέρεται, οι σημαντικές οικονομικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις έχουν κάνει την οικονομική τροχιά πιο βιώσιμη, αλλά η συμφόρηση σε τομείς όπως η δικαιοσύνη εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση. Οι δημογραφικές πιέσεις επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και, ως εκ τούτου, θα συνεχίσουν να καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο στη δημόσια πολιτική.
Με βάση την αξιολόγηση, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια για την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της. Για παράδειγμα, οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα της δικαιοσύνης φαίνεται να έχουν σχετικά περιορισμένο αποτέλεσμα μέχρι στιγμής - η συσσώρευση υποθέσεων στα δικαστήρια συνεχίζεται.
Επιπλέον, η διαδικασία κτηματογράφησης παραμένει ανολοκλήρωτη και, σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βαθμολογείται χαμηλά σε δείκτες που μετρούν την αντίληψη για τη διαφθορά. Ο συρρικνώμενος και γηρασμένος πληθυσμός της Ελλάδας είναι ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα. Ο πληθυσμός έχει συρρικνωθεί πάνω από 6% από την κορύφωσή του το 2011, καθώς τα ποσοστά γεννήσεων κατέρρευσαν σε συνδυασμό με ένα κύμα μεταναστεύσεων.
Δημογραφικό
Όπως αναφέρεται, η Ελλάδα είναι τώρα η τέταρτη πιο ηλικιωμένη χώρα στην ΕΕ και οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποδηλώνουν ότι, μέχρι το 2050, το ποσοστό του πληθυσμού της που είναι άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο από οποιοδήποτε κράτος της ΕΕ. Μια τέτοια παραμορφωμένη αναλογία είναι πιθανό να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη.
Με βάση την έκθεση, οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις έχουν ήδη λάβει σημαντικά μέτρα για να περιορίσουν την έκθεση του κράτους σε αυτή τη δημογραφική αλλαγή - ειδικότερα, το συνταξιοδοτικό σύστημα υπέστη σημαντικές μεταρρυθμίσεις μετά την οικονομική κρίση. Πιο πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για ορισμένες μεγάλες οικογένειες, αλλά δεν είναι ακόμη σαφές εάν ο αντίκτυπος αυτής της αλλαγής θα είναι επαρκής για να ενισχύσει το χαμηλό ποσοστό γονιμότητας.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Με βάση την έκθεση, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει αυξημένο, λόγω των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και οι οποίες βασίζονται σε εισαγόμενα αγαθά, αν και αυτό αναμένεται να αρχίσει να μειώνεται από το 2027.
Το αυξημένο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ενδέχεται σύντομα να αρχίσει να υποχωρεί. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο σχετικά χαμηλών ελλειμμάτων κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο της Ελλάδας (2015-2019), το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έκτοτε παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με μέσο όρο 7,6% του ΑΕΠ την περίοδο 2020-2024.
Αυτό αντανακλά εν μέρει την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και της εμπιστοσύνης, αλλά ενδεχομένως και μια υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των υδρογονανθράκων.
Παρ’ όλα αυτά, τα μηνιαία στοιχεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών για το τρέχον έτος παρέχουν πρώιμες ενδείξεις ότι η εξωτερική ανισορροπία της χώρας ενδέχεται να αρχίζει να μειώνεται, ιδίως από το δεύτερο τρίμηνο, το οποίο κατέγραψε πολύ ισχυρές επιδόσεις στον τουρισμό, πτώση των πληρωμών τόκων και μείωση των εισαγωγών πετρελαίου.
Αντισταθμιστικά, οι μη πετρελαϊκές εισαγωγές συνεχίζουν να παρουσιάζουν σταθερή αύξηση, πιθανότατα λόγω των επενδυτικών έργων του RRF. Για τους λόγους αυτούς, με βάση την έκθεση, προβλέπεται, ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα μειωθεί κάπως φέτος, αλλά θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, σημειώνει η S&P. Εκτιμούμε ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 6,6% του ΑΕΠ την περίοδο 2025-2026, πριν μειωθεί σε μέσο όρο 5,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2028, καθώς η επενδυτική δραστηριότητα επιβραδύνεται, ο τουρισμός επεκτείνεται περαιτέρω και τα επιτόκια και οι τιμές πετρελαίου παραμένουν ευνοϊκά.
Θυμίζεται ότι στις 19 Σεπτεμβρίου, ο αμερικανικός οίκος Moody's αποφάσισε να μην ανανεώσει την αξιολόγησή του για την ελληνική οικονομία, κρατώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα «Baa3» με σταθερές προοπτικές.
Η διαδικασία αξιολογήσεων θα συνεχιστεί στις 7 Νοεμβρίου, όταν η Scope θα ανακοινώσει την απόφασή της, και θα ολοκληρωθεί με την αξιολόγηση της Fitch στις 14 Νοεμβρίου.



