Η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δείχνει να κλείνει οριστικά τον κύκλο της. Η γεωπολιτική αστάθεια, η ανατροπή των κανόνων του διεθνούς εμπορίου, η ενεργειακή αβεβαιότητα, η κλιματική κρίση και η εκρηκτική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης συνθέτουν ένα εντελώς νέο περιβάλλον, στο οποίο η Ελλάδα καλείται να σχεδιάσει την πορεία της προς το 2030.
Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα της εκδήλωσης με θέμα «Το διεθνές περιβάλλον και οι προκλήσεις για την Ελλάδα του 2030», που πραγματοποιήθηκε στα Χανιά από το Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής». Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, οι ομιλητές συμφώνησαν ότι η επόμενη δεκαετία δεν θα μοιάζει με καμία από τις προηγούμενες και ότι η Ευρώπη και η Ελλάδα καλούνται να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα όπου η ασφάλεια, η τεχνολογία και η ανθεκτικότητα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία ακόμη και από την οικονομική αποτελεσματικότητα.
Από τη Χιροσίμα στη νέα εποχή της αβεβαιότητας
Η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε να ξεκινήσει την ομιλία της από έναν ιδιαίτερα συμβολικό σταθμό της παγκόσμιας ιστορίας. Η συμπλήρωση 81 ετών από τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, όπως είπε, υπενθυμίζει όχι μόνο τη φρίκη του πολέμου αλλά και το τέλος μιας εποχής ισορροπιών.
«Ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε δεν υπάρχει πλέον», ήταν το μήνυμα που διαπέρασε την τοποθέτησή της.
Η πρώην υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι το διπολικό σύστημα ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης, όσο εύθραυστο κι αν ήταν, παρείχε ένα πλαίσιο προβλεψιμότητας. Σήμερα, αντίθετα, η διεθνής σκηνή χαρακτηρίζεται από πολλαπλά κέντρα ισχύος: την ανερχόμενη Κίνα, την Ινδία, τις οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, την Αφρική που δοκιμάζεται από την κλιματική αλλαγή και μια Ευρωπαϊκή Ένωση που ακόμη αναζητά τον νέο της ρόλο.
Η κλιματική κρίση αλλάζει την οικονομία
Η κλιματική κρίση, σύμφωνα με την κ. Μπακογιάννη, δεν αποτελεί πλέον μια περιβαλλοντική πρόκληση αλλά μια βαθιά οικονομική κρίση.
Επικαλέστηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σημαντική μείωση της στάθμης του Ρήνου, η οποία έχει περιορίσει δραστικά τις μεταφορές προϊόντων, αυξάνοντας το κόστος για τη βιομηχανία της Κεντρικής Ευρώπης.
Παράλληλα προειδοποίησε ότι η ξηρασία αναμένεται να επηρεάσει ακόμη και τις βασικές αγροτικές καλλιέργειες της Βόρειας Ευρώπης, ενώ το οικονομικό αποτύπωμα της κλιματικής αλλαγής θα αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από εκείνο των φυσικών καταστροφών που ήδη βιώνουν οι κοινωνίες.
Η ενεργειακή ασφάλεια γίνεται ζήτημα εθνικής στρατηγικής
Η πρώην υπουργός συνέδεσε ευθέως τις γεωπολιτικές εξελίξεις με το ενεργειακό ζήτημα.
Αναφέρθηκε στις ζημιές που έχουν υποστεί μεγάλες εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, στις πιέσεις που αντιμετωπίζει η πυρηνική παραγωγή ενέργειας αλλά και στη συνεχή αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης.
Στο πλαίσιο αυτό χαρακτήρισε κομβικής σημασίας την ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Κρήτης, σημειώνοντας ότι, παρά την πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται σημαντικές επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή της Γαλλίας προσδίδει ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα στο έργο και ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας.
Η Ευρώπη απέναντι στο δίλημμα της ανταγωνιστικότητας
Η Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Επικαλούμενη τις προτάσεις του Μάριο Ντράγκι, σημείωσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται λιγότερη γραφειοκρατία, μεγαλύτερη ευελιξία και κυρίως κοινή βιομηχανική στρατηγική.
Πρότεινε μάλιστα τη δημιουργία ευρωπαϊκών βιομηχανικών «πρωταθλητών» τόσο στην αμυντική βιομηχανία όσο και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τονίζοντας ότι η ήπειρος δεν μπορεί να συνεχίσει να υστερεί απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Πελαγίδης: Η παγκοσμιοποίηση δίνει τη θέση της στον οικονομικό εθνικισμό
Ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Θεόδωρος Πελαγίδης περιέγραψε τη βαθύτερη οικονομική μετάβαση που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Όπως ανέφερε, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες η διεθνής οικονομία χαρακτηρίζεται από τεράστιες ανισορροπίες χωρίς να υπάρχει μηχανισμός συνεννόησης μεταξύ των μεγάλων οικονομιών.
Η Κίνα συνεχίζει να εμφανίζει μεγάλα πλεονάσματα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μεγάλα ελλείμματα, ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να εξάγει αποταμιεύσεις αντί να επενδύει στην ανάπτυξή της.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εποχή του ελεύθερου εμπορίου, όπως διαμορφώθηκε μετά τη λεγόμενη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον», έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί.
Στη θέση της εμφανίζεται ένας νέος οικονομικός εθνικισμός, όπου οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν όλο και περισσότερο στην οικονομία, επιδιώκοντας να ελέγξουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να προστατεύσουν κρίσιμες παραγωγικές δραστηριότητες.
«Το νέο κριτήριο δεν είναι πλέον μόνο η αποδοτικότητα. Είναι η ασφάλεια», ήταν η ουσία της ανάλυσής του.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως καταλύτης κοινωνικών αλλαγών
Ο κ. Πελαγίδης αφιέρωσε σημαντικό μέρος της παρέμβασής του στις επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Επισήμανε ότι οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν πλέον εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο στις υποδομές AI, γεγονός που αναμένεται να αλλάξει ριζικά την αγορά εργασίας.
Όπως υποστήριξε, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν θα είναι απαραίτητα η ανεργία αλλά η πίεση στους μισθούς, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η μεταφορά της κοινωνικής δυσαρέσκειας από την οικονομία στην πολιτική.
«Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις μπορεί να αφορούν επαγγέλματα που σήμερα θεωρούνται ασφαλή», προειδοποίησε.
Παράλληλα έκανε λόγο για μια πρωτόγνωρη ιστορικά πραγματικότητα, όπου για πρώτη φορά μια μη δυτική δύναμη διεκδικεί την παγκόσμια πρωτοπορία στην τεχνολογία.
Ατσαλάκης: Η Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να γίνει δημόσια υποδομή
Ο αναπληρωτής καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης Γιώργος Ατσαλάκης προσέγγισε το θέμα από τη σκοπιά της στρατηγικής ανάλυσης.
Υποστήριξε ότι σήμερα συγκρούονται δύο διαφορετικά μοντέλα διεθνούς οργάνωσης, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, να αυξάνεται ο πληθωρισμός και να ενισχύεται η πολιτική πόλωση.
Εστίασε ιδιαίτερα στον αθέμιτο ανταγωνισμό που, όπως είπε, δημιουργείται από πολιτικές όπως η διατήρηση υποτιμημένων νομισμάτων, αναφέροντας χαρακτηριστικά την περίπτωση της Κίνας.
Παράλληλα σημείωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα μέσω ενεργειακών έργων όπως οι διασυνδέσεις GSI, GREGY, EastMed και ο Κάθετος Διάδρομος.
Για την Τεχνητή Νοημοσύνη διατύπωσε μια διαφορετική προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημόσια υποδομή, ώστε να μη μετατραπεί σε παράγοντα διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η δημοκρατία στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης
Το ερώτημα που κυριάρχησε στο τελευταίο μέρος της συζήτησης ήταν κατά πόσο οι δημοκρατίες μπορούν να παραμείνουν αποτελεσματικές σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτερα από τους θεσμούς.
Η Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε ότι η Ευρώπη διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα: μπορεί να συνδυάσει την τεχνολογική ανάπτυξη με την προστασία των δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους.
«Το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης είναι να βάλει το ηθικό πλαίσιο στην Τεχνητή Νοημοσύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ο άνθρωπος πρέπει να παραμείνει εκείνος που θα λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις.
Από την πλευρά του ο Θεόδωρος Πελαγίδης υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της χώρας περνά μέσα από μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις, ενίσχυση της μεταποίησης και σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας, επισημαίνοντας ότι μόνο έτσι μπορούν να αυξηθούν βιώσιμα οι μισθοί χωρίς να τροφοδοτηθεί νέος πληθωρισμός.



