Σύμφωνα με το Associated Press, αυτό δείχνει ότι, από τη μία πλευρά, η περιορισμένη πρόοδος στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής έχει μειώσει την πιθανότητα των πιο καταστροφικών εκδοχών μελλοντικής θέρμανσης.
Ωστόσο, από την άλλη επιβεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα να περιοριστεί η άνοδος της θερμοκρασίας στο διεθνή στόχο που είχε τεθεί το 2015.
Τα νέα μοντέλα των ερευνητών, που περιλαμβάνουν επτά πιθανά σενάρια για τη μελλοντική ρύπανση από άνθρακα, παραμερίζουν δύο βασικούς άξονες της κλιματικής πολιτικής: τα ακραία σενάρια στα δύο άκρα του φάσματος.
Όπως επισημαίνεται, τα ακραία αυτά σενάρια έχουν καταστεί λιγότερο πιθανό να συμβούν τα τελευταία χρόνια, λόγω του τρόπου με τον οποίο τροφοδοτούμε ενεργειακά τον κόσμο.
Το διοξείδιο του άνθρακα, που εκλύεται από την καύση φυσικού αερίου, πετρελαίου και άνθρακα, είναι ο κύριος υπεύθυνος για την υπερθέρμανση. Η αυξανόμενη χρήση «πράσινων» μορφών ενέργειας, όπως η ηλιακή, η αιολική και η γεωθερμική, που δεν εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα, έχει μειώσει τις προβλέψεις για τα πιο ακραία σενάρια εκπομπών.
Παρ’ όλα αυτά, επειδή αυτές οι αλλαγές δεν έχουν προχωρήσει αρκετά γρήγορα, τα πιο «ήπια» σενάρια έχουν πλέον αναθεωρηθεί προς τα πάνω.
Υπενθυμίζεται ότι η Συμφωνία του Παρισιού το 2015 έθεσε ως στόχο τον περιορισμό της υπερθέρμανσης στους 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα (μέσα 19ου αιώνα). Ωστόσο, πλέον οι επιστήμονες αναφέρουν ότι ακόμη και το καλύτερο δυνατό σενάριο υπερβαίνει αυτό το όριο.
Στο άλλο άκρο, τα νέα σενάρια δεν περιλαμβάνουν πλέον ένα μέλλον με έντονη χρήση άνθρακα που θα οδηγούσε σε υπερθέρμανση 4,5 βαθμών Κελσίου έως το 2100 - ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σενάριο που χρησιμοποιούσαν πολλές επιστημονικές μελέτες στις προβολές τους.
Τι προβλέπουν οι νέες μελέτες
Σε αυτό το φόντο, το νέο προτεινόμενο «χειρότερο» σενάριο προβλέπει θέρμανση περίπου 3,5 βαθμών Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα, δηλαδή έναν βαθμό λιγότερο από την προηγούμενη εκδοχή.
Αντίστοιχα, το νέο «καλύτερο» σενάριο είναι κατά λίγα δέκατα του βαθμού θερμότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ξεπερνώντας οριακά τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού.
Παράλληλα, τα σενάρια περιλαμβάνουν και ένα «μεσαίο» μονοπάτι, στο οποίο μέχρι το τέλος του αιώνα η παγκόσμια θερμοκρασία αυξάνεται κατά περίπου 3 βαθμούς Κελσίου (5,4 βαθμούς Φαρενάιτ) σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα - μια πορεία που θεωρείται ότι είναι περίπου αυτή στην οποία βρίσκεται σήμερα η ανθρωπότητα.
Να σημειωθεί ότι ο κόσμος είναι ήδη περίπου 1,3 βαθμούς Κελσίου θερμότερος από τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Ενώ όπως τονίζουν οι ειδικοί, ακόμη και οι μικρές αυξήσεις, της τάξης των δεκάτων του βαθμού, προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα, με εξαφάνιση ειδών, μείωση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων και ενίσχυση ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως πλημμύρες και καύσωνες.
«Πολύ αργά για τον στόχο του 1,5°C»
Επειδή η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα συνεχίζει να αυξάνεται παγκοσμίως και παραμένει στην ατμόσφαιρα για περίπου έναν αιώνα, το καλύτερο δυνατό σενάριο πλέον προβλέπει ότι η θερμοκρασία θα ξεπεράσει το όριο του 1,5°C, θα κορυφωθεί περίπου στους 1,7°C και ενδέχεται να παραμείνει σε αυτό το επίπεδο για έως και 70 χρόνια, πριν μειωθεί ξανά κάτω από το 1,5°C - υπό την προϋπόθεση ότι θα αναπτυχθούν τεχνολογίες ικανές να απομακρύνουν τεράστιες ποσότητες άνθρακα από την ατμόσφαιρα, σύμφωνα με εννέα από τους δέκα επιστήμονες που μίλησαν για τη μελέτη.
Ο ρυθμός θέρμανσης του πλανήτη ανέρχεται περίπου σε ένα δέκατο του βαθμού Κελσίου κάθε πέντε χρόνια, ανέφεραν οι επιστήμονες.
«Αυτό είναι απλή φυσική», δήλωσε ο κλιματολόγος Μπιλ Χερ, διευθύνων σύμβουλος του Climate Analytics.
«Χάνουμε τη δυνατότητα να περιορίσουμε τη θέρμανση ακόμη και στους δύο βαθμούς χωρίς ισχυρή δράση, και οι άνθρωποι πρέπει να το γνωρίζουν αυτό. Δεν είναι μια πράξη του Θεού. Είναι πολιτική αποτυχία, επειδή οι κυβερνήσεις δεν κινούνται αρκετά γρήγορα».
Η κλιματική στόχευση του 1,5°C δεν είναι απλώς ένας αριθμός, ανέφερε η κλιματολόγος του Cornell, Ναταλί Μαχόουαλντ, συν-συγγραφέας έκθεσης του ΟΗΕ για τις επιπτώσεις της υπέρβασης αυτού του ορίου.
«Υπάρχουν πολλές συνέπειες στο να μην επιτευχθεί ο στόχος του 1,5°C. Και φυσικά, αυτοί που θα υποφέρουν περισσότερο είναι τα μικρά νησιωτικά αναπτυσσόμενα κράτη», σημείωσε χαρακτηριστικά. «Κάποια από αυτά θα βρεθούν κάτω από το νερό».
Αλλαγές στο υψηλότερο σενάριο και συζήτηση
Ο Ρότζερ Πίλκε Τζούνιορ του American Enterprise Institute δήλωσε ότι οι αλλαγές στο πιο ακραίο σενάριο έχουν σημασία, επειδή παλαιότερα παρουσιαζόταν ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη εάν δεν υπήρχε δράση, παρότι αργότερα έρευνες έδειξαν ότι ήταν απίθανο.
Ο Keywan Riahi, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης του 2011 που εισήγαγε αυτό το σενάριο, ανέφερε ότι τότε δεν θεωρούνταν το πιθανότερο μέλλον, αλλά ένα θεωρητικά υψηλό όριο πιθανών εκπομπών, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα της εποχής.
Τόνισε επίσης ότι η ραγδαία πτώση του κόστους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως της ηλιακής και της αιολικής, αποτελεί «επιτυχία».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχολίασε την εξέλιξη μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γράφοντας ότι οι προβλέψεις (RCP8.5) ήταν «λανθασμένες».
Ωστόσο, ο συντάκτης της μελέτης Ντέτλεφ φαν Φούρεν απάντησε ότι οι κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής δεν έχουν εξαφανιστεί και ότι, παρότι δεν ακολουθήθηκε το πιο ακραίο σενάριο, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να κινείται προς ένα μέλλον με σοβαρές επιπτώσεις.
Ένας σημαντικός «αστερίσκος»
Παρότι η αύξηση των εκπομπών φαίνεται να επιβραδύνεται, υπάρχει ένας παράγοντας που θα μπορούσε να επαναφέρει τα παλαιότερα ακραία σενάρια: οι λεγόμενες «κλιματικές ανατροφοδοτήσεις» (climate feedbacks), που δεν ελέγχονται από τον άνθρωπο.
Αυτές περιλαμβάνουν την απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα από ωκεανούς, δάση και την περιοχή του Αμαζονίου, καθώς και αλλαγές στα θαλάσσια ρεύματα και στην ανακλαστικότητα των νεφών.
Οι επιστήμονες δυσκολεύονται να τις προβλέψουν με ακρίβεια, αλλά εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να προσθέσουν έως και μισό βαθμό Κελσίου επιπλέον θέρμανσης πέρα από τις εκπομπές που προκαλεί ο άνθρωπος.






