Στις επιστολές του στους δύο υπουργούς, ο κ. Κουτσόλαμπρος υποστηρίζει ότι η διαδικασία αναζήτησης των συγκεκριμένων ποσών δεν συνάδει με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ, όπως σημειώνει, έρχεται σε αντίθεση και με την αρχή της χρηστής διοίκησης. Σύμφωνα με την ίδια αρχή, όπως αναφέρεται, δεν επιτρέπεται η επιστροφή παροχών που έχουν εισπραχθεί καλοπίστως μετά την πάροδο εύλογου χρόνου, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία, ιδίως όταν οι δικαιούχοι είχαν κινηθεί βάσει επίσημων οδηγιών των αρμόδιων υπηρεσιών.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση και τις σχετικές οδηγίες της επιτελικής δομής, δικαιούχοι της ενίσχυσης ήταν όλα τα μέλη των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, καθώς και οι ασκούμενοι δικηγόροι, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η έναρξη δραστηριότητας στην ΑΑΔΕ.
Όπως αναφέρεται, δικαιούχοι ήταν επίσης όσοι είχαν υποβάλει αίτηση στο πλαίσιο της αρχικής κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία προέβλεπε διαδικασία τηλεκατάρτισης βάσει καταλόγων που είχαν αποστείλει οι Δικηγορικοί Σύλλογοι στο αρμόδιο υπουργείο.
Με βάση τα παραπάνω, ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων υποστηρίζει ότι οι πράξεις ανάκτησης που εκδόθηκαν και ζητούν την επιστροφή της επιχορήγησης που είχε καταβληθεί πριν από έξι χρόνια σε νέους δικηγόρους οι οποίοι δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει επαγγελματική δραστηριότητα ως αυτοαπασχολούμενοι, είναι μη νόμιμες.
Σύμφωνα με την ίδια θέση, οι εν λόγω ενέργειες αντίκεινται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, καθώς οι δικαιούχοι είχαν ακολουθήσει τις επίσημες οδηγίες της διοίκησης κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων και καταβολής της ενίσχυσης.



