Αναλυτικότερα, πίσω στο 2018, σε μια συγκυρία που οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν καταλήξει ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η Ρωσία παρενέβη στις προεδρικές εκλογές του 2016, προωθώντας την υποψηφιότητα του Τραμπ εις βάρος της Χίλαρι Κλίντον, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να σταθεί στο πλευρό του Ρώσου ομολόγου του.
Μετά από δίωρη κατ’ ιδίαν συζήτηση, ο Τραμπ εμφανίστηκε στην κοινή συνέντευξη Τύπου και δήλωσε πως «δεν βλέπει λόγο» να αμφισβητήσει τον Πούτιν, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερη βαρύτητα στις διαβεβαιώσεις του Ρώσου ηγέτη παρά τα αντίθετα πορίσματα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε πολιτική θύελλα στις ΗΠΑ, με τους Δημοκρατικούς να τον κατηγορούν για υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας, ενώ οργή ξέσπασε ακόμη και εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Σημειώνεται ότι ο γερουσιαστής Τζον ΜακΚέιν, πρώην υποψήφιος πρόεδρος των Ρεπουμπλικανών και διαχρονικός επικριτής του Τραμπ, δεν μάσησε τα λόγια του: χαρακτήρισε τη στάση του Αμερικανού προέδρου ως «μία από τις πιο ντροπιαστικές στιγμές για έναν Αμερικανό πρόεδρο». Άλλοι άφηναν ακόμη και υπονοούμενα για ενδεχόμενη «προδοσία».






