Ο Γκατς επικαλέστηκε λόγους υγείας, κλείνοντας έναν πενταετή κύκλο στη θέση του, σε μια περίοδο έντονων δημοσιονομικών πιέσεων και πολιτικής στασιμότητας.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ΕΡΤ, η αποχώρησή του δεν περιορίζεται σε προσωπικό επίπεδο. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη της βαθύτερης κρίσης που πλήττει τη βελγική πολιτική σκηνή, καθώς το Βέλγιο φαίνεται να βυθίζεται ξανά σε παρατεταμένη ακυβερνησία, θυμίζοντας τις σκοτεινές ημέρες της περιόδου 2010–2011, όταν η χώρα έμεινε χωρίς κυβέρνηση για 541 ημέρες, καταγράφοντας παγκόσμιο ρεκόρ.
Παρά τον σχηματισμό ομοσπονδιακής κυβέρνησης υπό τον πρωθυπουργό Μπερτ ντε Βέβερ (N-VA) τον περασμένο Φεβρουάριο, η Περιφέρεια Βρυξελλών παραμένει χωρίς σταθερή διοίκηση για πάνω από 400 ημέρες από τις εκλογές του Ιουνίου 2024. Οι συνομιλίες μεταξύ έξι κομμάτων –Σοσιαλιστών, Φιλελευθέρων, Πρασίνων και Χριστιανοδημοκρατών– έχουν «παγώσει», ενώ κάθε απόπειρα επανεκκίνησης καταλήγει σε νέο αδιέξοδο.
Η υπηρεσιακή κυβέρνηση, χωρίς εξουσιοδότηση για ουσιαστικές αποφάσεις, λειτουργεί με προσωρινούς προϋπολογισμούς, περιοριζόμενη στη διαχείριση της καθημερινότητας. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε καθυστερήσεις έργων υποδομής, ελλείψεις σε υπηρεσίες υγείας και εκρηκτική αύξηση του χρέους της περιφέρειας, το οποίο αγγίζει πλέον τα 15 δισ. ευρώ, με πρόβλεψη να ξεπεράσει τα 16 δισ. έως το τέλος του 2025.
Η Standard & Poor’s, αν και διατήρησε την αξιολόγηση της Περιφέρειας Βρυξελλών, προειδοποίησε για την «εύθραυστη» δημοσιονομική της θέση. Ο ίδιος ο Γκατς είχε παραδεχθεί πριν λίγες εβδομάδες ότι «το προειδοποιητικό φως παραμένει αναμμένο».
Κοινωνική αναταραχή και οικονομικές πιέσεις
Η κρίση συνοδεύεται από κλιμακούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια. Η γενική απεργία της 14ης Οκτωβρίου, η μεγαλύτερη της τελευταίας δεκαετίας, παρέλυσε τη χώρα: συγκοινωνίες, νοσοκομεία, σχολεία και φυλακές έμειναν κλειστά. Τα συνδικάτα κατηγορούν την κυβέρνηση Ντε Βέβερ ότι εφαρμόζει πολιτικές λιτότητας, μειώνοντας τα επιδόματα ανεργίας και αυξάνοντας την ηλικία συνταξιοδότησης στα 67, ενώ το κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς.
Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας θα ξεπεράσει φέτος το 5% του ΑΕΠ, επιδεινώνοντας τη θέση του Βελγίου στους δείκτες του Συμφώνου Σταθερότητας της ΕΕ.
Η παραίτηση Γκατς, πέρα από ένδειξη πολιτικής κόπωσης, αποτυπώνει τη διάχυτη απογοήτευση εντός του βελγικού πολιτικού συστήματος. Οι εντάσεις μεταξύ Φλαμανδών και Γαλλόφωνων οξύνονται, ενώ η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των περιφερειακών και ομοσπονδιακών κυβερνήσεων καθιστά τη χώρα διοικητικά δυσλειτουργική.
Αναλυτές στις Βρυξέλλες επισημαίνουν ότι η παρατεταμένη αστάθεια δημιουργεί ανησυχία και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς το Βέλγιο, που φιλοξενεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να παραμένει επί μακρόν σε καθεστώς πολιτικής παράλυσης.
Στους ήσυχους δρόμους της βελγικής πρωτεύουσας, η σιωπή μετά την απεργία μοιάζει απειλητική. Όπως σχολιάζουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες: «Το Βέλγιο συνεχίζει να… “βελγίζει” αλλά η Ευρώπη αρχίζει πλέον να ανησυχεί σοβαρά».








