Η δεύτερη περίοδος του Ντόναλντ Τραμπ έχει αναζωπυρώσει το ερώτημα: είναι ο Αμερικανός πρόεδρος ανεξέλεγκτος; Ή πρόκειται για έναν ισχυρό, αλλά θεσμικά περιορισμένο ηγέτη;
Η απάντηση απαιτεί να δούμε πρώτα τι προβλέπει το σύστημα — και μετά πώς αυτό λειτουργεί στην πράξη.
Ένα Σύνταγμα πάνω από τον πρόεδρο
Όταν ιδρύθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι συντάκτες του Συντάγματος ήθελαν να αποτρέψουν τη δημιουργία ενός νέου βασιλιά. Δημιούργησαν ένα σύστημα διάκρισης εξουσιών:
Το Κογκρέσο νομοθετεί.
Ο πρόεδρος κυβερνά.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ελέγχει τη συνταγματικότητα.
Καθεμία από τις τρεις εξουσίες ελέγχει την άλλη. Στη θεωρία, κανείς δεν είναι υπεράνω του Συντάγματος.
Στην πράξη όμως, η αποτελεσματικότητα των «ελέγχων και ισορροπιών» εξαρτάται από τους πολιτικούς συσχετισμούς και τη βούληση των θεσμών να συγκρουστούν με τον εκάστοτε πρόεδρο.
Διορισμοί: διαμόρφωση του κράτους εκ των έσω
Ο πρόεδρος επιλέγει τους επικεφαλής κρίσιμων υπηρεσιών — όπως το FBI και τη CIA — τους πρέσβεις, τους ομοσπονδιακούς δικαστές και τα μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου. Όλοι χρειάζονται έγκριση από τη Γερουσία.
Ο Τραμπ αξιοποίησε πλήρως αυτή την αρμοδιότητα. Στην πρώτη του θητεία διόρισε τρεις δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο, διαμορφώνοντας συντηρητική πλειοψηφία 6 προς 3. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου έκτοτε έχουν συχνά κινηθεί σε κατεύθυνση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας — μεταξύ άλλων και σε ζητήματα που αφορούν την προεδρική ασυλία.
Η επιρροή αυτή δεν είναι συγκυριακή· είναι διαρθρωτική και μακροπρόθεσμη.
Βέτο και Κογκρέσο: σύγκρουση ή σύμπλευση;
Ο πρόεδρος δεν μπορεί να περάσει νόμους μόνος του. Μπορεί όμως να ασκήσει βέτο. Για να το παρακάμψει το Κογκρέσο απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων.
Ιστορικά, το βέτο έχει χρησιμοποιηθεί εκτενώς — ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ παραμένει ο κάτοχος του ρεκόρ. Ο Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει λιγότερα, όμως η πραγματική ισχύς του δεν προκύπτει μόνο από τα βέτο.
Όταν το ίδιο κόμμα ελέγχει τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο, ο έλεγχος χαλαρώνει. Στη σημερινή συγκυρία, με τους Ρεπουμπλικανούς να έχουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, η πολιτική αντίσταση απέναντι στις επιλογές του είναι περιορισμένη. Αυτό του δίνει περιθώριο να κινείται στα όρια των αρμοδιοτήτων του χωρίς σοβαρό κοινοβουλευτικό φρένο.
Τα προεδρικά διατάγματα: ευελιξία στα όρια του νόμου
Εκεί όπου ο Τραμπ έχει κινηθεί πιο επιθετικά είναι στα προεδρικά διατάγματα. Πρόκειται για εντολές προς την ομοσπονδιακή διοίκηση που δεν απαιτούν νέα νομοθεσία.
Δεν μπορούν να παραβιάζουν το Σύνταγμα ή ισχύοντες νόμους. Όμως μέχρι να κριθούν δικαστικά, εφαρμόζονται. Και η δικαστική κρίση μπορεί να χρειαστεί μήνες.
Μέσα σε έναν χρόνο έχει εκδώσει περισσότερα διατάγματα απ’ όσα στην πρώτη του θητεία — όταν συνολικά είχαν φτάσει τα 220. Η στρατηγική είναι σαφής: χρήση της εκτελεστικής εξουσίας στο μέγιστο δυνατό εύρος.
Παράδειγμα αποτελεί η επιβολή δασμών. Ακόμη κι όταν δικαστήρια παγώνουν αποφάσεις, η οικονομική και πολιτική επίδραση έχει ήδη παραχθεί. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της εκτελεστικής πρωτοβουλίας.
Χάρη, ασυλία και πολιτικό μήνυμα
Η απονομή χάριτος είναι μία από τις πιο ισχυρές και λιγότερο ελεγχόμενες εξουσίες του προέδρου. Ο Τραμπ την αξιοποίησε μαζικά, δίνοντας χάρη σε περίπου 1.500 άτομα που καταδικάστηκαν για τα γεγονότα στο Καπιτώλιο.
Το μήνυμα ήταν διπλό: πολιτική επιβράβευση συμμάχων και επίδειξη ισχύος.
Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο πρόεδρος απολαμβάνει ουσιαστική ασυλία για πράξεις που τελεί στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων του. Πρόκειται για μια εξέλιξη που επανακαθορίζει τα όρια λογοδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας.
Εξωτερική πολιτική και στρατιωτική δράση
Στην εξωτερική πολιτική, ο πρόεδρος διαθέτει το μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων.
Είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Δεν μπορεί να κηρύξει πόλεμο — αυτό ανήκει στο Κογκρέσο — μπορεί όμως να διατάξει στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενημερώνοντας το Κογκρέσο εντός 48 ωρών. Το ανώτατο χρονικό όριο επιχειρήσεων χωρίς ρητή έγκριση είναι 60 έως 90 ημέρες.
Η περίπτωση της Βενεζουέλας ανέδειξε το χάσμα μεταξύ διεθνούς δικαίου και εσωτερικής συνταγματικής διαδικασίας. Μια επιχείρηση μπορεί να θεωρείται αμφιλεγόμενη διεθνώς, αλλά να πληροί τις εσωτερικές τυπικές προϋποθέσεις ενημέρωσης του Κογκρέσου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα των πυρηνικών όπλων. Η τελική απόφαση χρήσης ανήκει στον πρόεδρο. Η εξουσία αυτή έχει σχεδιαστεί για ταχύτητα αντίδρασης — όχι για συλλογική διαβούλευση.
Όρια που υπάρχουν — αλλά αργούν
Θεσμικά, ο πρόεδρος δεν μπορεί:
- να νομοθετεί μόνος του,
- να κηρύξει πόλεμο,
- να διαλύσει το Κογκρέσο,
- να διορίσει δικαστές χωρίς έγκριση,
- να αποφύγει διαδικασία καθαίρεσης αν το Κογκρέσο την κινήσει.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των ορίων εξαρτάται από την ταχύτητα και τη βούληση εφαρμογής τους.
Αν μια στρατιωτική επιχείρηση έχει ήδη γίνει, το Κογκρέσο ενημερώνεται εκ των υστέρων. Αν ένα προεδρικό διάταγμα παγώσει δικαστικά έπειτα από μήνες, η πολιτική του επίδραση μπορεί να έχει ήδη επιτευχθεί. Αν το ίδιο κόμμα ελέγχει τα νομοθετικά σώματα, η διάθεση σύγκρουσης μειώνεται.
Τελικά, λειτουργούν τα θεσμικά αντίβαρα;
Το αμερικανικό σύστημα δεν έχει καταρρεύσει. Αλλά δοκιμάζεται.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εξαντλεί διαρκώς τα όρια των αρμοδιοτήτων του, αξιοποιώντας κάθε γκρίζα ζώνη που του προσφέρει το Σύνταγμα. Η πολιτική ισχύς του ενισχύεται από την κομματική πλειοψηφία στο Κογκρέσο και από μια ευνοϊκή, σε πολλές περιπτώσεις, σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Η εξουσία του δεν είναι απεριόριστη. Είναι όμως μεγάλη — ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική, στους διορισμούς, στα προεδρικά διατάγματα και στην απονομή χάριτος. Και για τον Τραμπ αυτό που στο τέλος ισχύει είναι το Δίκαιο του ισχυρού...







