Ύστερα από μια περίοδο κατά την οποία η Ουκρανία έδειχνε να έχει περιέλθει σε στρατηγικό αδιέξοδο, το Κίεβο φαίνεται να έχει ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η μαζική ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), η ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και η συστηματική στόχευση κρίσιμων ρωσικών υποδομών έχουν αλλάξει τις ισορροπίες, δημιουργώντας νέα δεδομένα τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο διπλωματικό επίπεδο.
Μάλιστα, η εξέλιξη αυτή φαίνεται να έχει επηρεάσει ακόμη και τη στάση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εμφανίζεται σήμερα πιο θετικός απέναντι στις ουκρανικές επιδιώξεις σε σχέση με προηγούμενους μήνες.
Εσωτερικές τριβές στο Κίεβο
Την ώρα όμως που η Ουκρανία καταγράφει επιτυχίες στο πεδίο των επιχειρήσεων, το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστο.
Η αποχώρηση του Μιχάιλο Φιντόροφ από το υπουργείο Άμυνας, μόλις έξι μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, αποτυπώνει τις βαθιές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας.
Σύμφωνα με τα ουκρανικά μέσα, η ρήξη του με τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Ολεξάντρ Σίρσκι, κατέστη αγεφύρωτη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που στην Ουκρανία αναπτύσσεται ένταση ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς. Ο Σίρσκι θεωρείται από πολλούς εκπρόσωπος της παραδοσιακής σοβιετικής στρατιωτικής σχολής. Προέρχεται από οικογένεια στρατιωτικών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και είναι βετεράνος του πολέμου στο Αφγανιστάν.
Στον αντίποδα, ο μόλις 35χρονος Φιντόροφ εκπροσωπούσε τη νέα γενιά τεχνοκρατών. Προερχόμενος από το υπουργείο Ψηφιακού Μετασχηματισμού, επιδίωξε να εκσυγχρονίσει τις δομές του ουκρανικού στρατού, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και να αντιμετωπίσει χρόνιες εστίες διαφθοράς.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dk1t2celyhux?integrationId=eexbs1jkg0kofln}
Ο άνθρωπος πίσω από την ουκρανική τεχνολογική αντεπίθεση
Παρά τη σύντομη θητεία του στο υπουργείο Άμυνας, ο Φιντόροφ πιστώνεται σημαντικές επιτυχίες.
Υπό την καθοδήγησή του επιταχύνθηκε η παραγωγή ουκρανικών drones, ενισχύθηκαν οι αμυντικές συμπαραγωγές με δυτικές χώρες και επιταχύνθηκε η τεχνολογική αναβάθμιση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Παράλληλα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αξιοποίηση νέων τεχνολογιών επικοινωνιών και στην ανάπτυξη συνεργασιών με μεγάλες εταιρείες του κλάδου, οι οποίες συνέβαλαν στη βελτίωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της χώρας.
Την ίδια ώρα, προσπάθησε να περιορίσει φαινόμενα πελατειακών δικτύων που εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη και εν μέσω πολέμου. Διεθνή μέσα ενημέρωσης έχουν κατά καιρούς αποκαλύψει περιπτώσεις προνομιακών μεταθέσεων νεοσυλλέκτων σε ασφαλέστερες μονάδες, αλλά και παράνομων κυκλωμάτων αποφυγής της στράτευσης.
Πολιτική πίεση στον Ζελένσκι
Η αποχώρηση του Φιντόροφ δημιουργεί νέο πονοκέφαλο για τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Στο Κίεβο αλλά και σε άλλες μεγάλες ουκρανικές πόλεις πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις, ενώ στο κοινοβούλιο δεν θεωρείται δεδομένο ότι ο διάδοχός του θα εξασφαλίσει εύκολα την απαραίτητη πλειοψηφία.
Μέχρι να ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες, το υπουργείο Άμυνας αναμένεται να λειτουργήσει υπό υπηρεσιακή ηγεσία, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα στο εσωτερικό της χώρας.
Υπό πίεση ο Πούτιν
Την ίδια στιγμή, η εικόνα στο εσωτερικό της Ρωσίας παρουσιάζει ολοένα και περισσότερες ρωγμές.
Σε ανάλυσή του, το Bloomberg επισημαίνει πέντε βασικούς παράγοντες που αυξάνουν την πίεση προς το Κρεμλίνο.
Η Ουκρανία έχει αυξήσει θεαματικά την εμβέλεια των επιθέσεών της με drones και πυραύλους. Στόχοι βρίσκονται πλέον χιλιάδες χιλιόμετρα από τα σύνορα, με πλήγματα σε διυλιστήρια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και, κατά διαστήματα, ακόμη και στην ευρύτερη περιοχή της Μόσχας.
Παράλληλα, περισσότερες από τις μισές ρωσικές περιφέρειες έχουν τεθεί σε κατάσταση αεροπορικού συναγερμού μέσα στο 2026, γεγονός που μεταφέρει τις συνέπειες του πολέμου στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.
Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει αισθητά την παραγωγή καυσίμων.
Σε αρκετές περιοχές έχουν ήδη εμφανιστεί ελλείψεις, ουρές στα πρατήρια και περιορισμοί στη διάθεση καυσίμων, ενώ η κυβέρνηση έχει περιορίσει σημαντικά τις εξαγωγές βενζίνης, ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών, επιδοτώντας παράλληλα τη λειτουργία των διυλιστηρίων ώστε να συγκρατήσει τις τιμές.
Επιπλέον, παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση της στρατιωτικής παραγωγής, η υπόλοιπη ρωσική οικονομία εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Την ίδια στιγμή, οι υψηλές πολεμικές δαπάνες, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ο επίμονος πληθωρισμός και τα υψηλά επιτόκια περιορίζουν τις επενδύσεις, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις αυξάνουν το οικονομικό κόστος.
Σταδιακή φθορά της εικόνας του Πούτιν
Παράλληλα, παρότι ο Ρώσος πρόεδρος εξακολουθεί να διατηρεί υψηλά ποσοστά αποδοχής, δημοσκοπήσεις καταγράφουν μείωση της εμπιστοσύνης και αυξανόμενη απαισιοδοξία για την πορεία της χώρας.
Οι επιθέσεις στο ρωσικό έδαφος, οι περιορισμοί στο διαδίκτυο, οι διαταραχές στην καθημερινότητα και οι ανθρώπινες απώλειες του πολέμου εντείνουν τη φθορά, χωρίς ωστόσο να απειλούν άμεσα τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dk1nvo0aejm9?integrationId=eexbs1jkg0kofln}
Ο άγνωστος παράγοντας Τραμπ
Καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη του πολέμου εξακολουθεί να διαδραματίζει η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα απορροφημένος από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα από την κρίση με το Ιράν, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα για τις επόμενες αμερικανικές κινήσεις.
Ο Σεργκέι Λαβρόφ υποστήριξε πρόσφατα ότι οι Ευρωπαίοι απομάκρυναν τον Τραμπ από τη λεγόμενη «συμφωνία της Αλάσκας». Ωστόσο, μέχρι σήμερα καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχει δημοσιοποιήσει συγκεκριμένο πλαίσιο διαπραγμάτευσης ή επίσημο σχέδιο συμφωνίας.
Το μόνο σχέδιο που έχει γίνει γνωστό αφορά τα περίφημα «19 σημεία» που είχαν διαρρεύσει το προηγούμενο φθινόπωρο και προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, περιορισμό του ουκρανικού στρατού, αναγνώριση των ρωσικών εδαφικών κερδών και ουσιαστική αποδοχή των βασικών απαιτήσεων της Μόσχας.
Το μομέντουμ αλλάζει, αλλά ο πόλεμος απέχει από το τέλος
Το βέβαιο είναι ότι η Ουκρανία έχει καταφέρει, παρά τις τεράστιες δυσκολίες και τις ελλείψεις σε οπλικά συστήματα, να ανακτήσει μέρος της στρατηγικής πρωτοβουλίας και να μεταφέρει σημαντικό μέρος της πίεσης στο εσωτερικό της Ρωσίας.
Την ίδια στιγμή, όμως, εξακολουθεί να πληρώνει βαρύ τίμημα. Οι ρωσικοί βομβαρδισμοί συνεχίζουν να προκαλούν μεγάλες απώλειες αμάχων, κυρίως λόγω της ανεπάρκειας αντιαεροπορικών συστημάτων, ενώ και οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν προβλήματα επάνδρωσης, λιποταξιών και φθοράς από έναν πόλεμο που έχει πλέον εισέλθει σε μια μακρά και εξαιρετικά απαιτητική φάση.
Το στρατηγικό μομέντουμ δείχνει σήμερα να ευνοεί περισσότερο το Κίεβο. Ωστόσο, η τελική έκβαση του πολέμου εξακολουθεί να εξαρτάται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες: τις αντοχές των δύο κοινωνιών, τη δυτική στρατιωτική στήριξη, τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον και, κυρίως, το αν θα υπάρξει κάποια στιγμή ένα αξιόπιστο διπλωματικό παράθυρο για τον τερματισμό της σύγκρουσης.





