Κατά την αγόρευσή της στο δικαστήριο, η εισαγγελέας άσκησε αυστηρή κριτική όχι μόνο στους φερόμενους ως δράστες της απάτης αλλά και στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, επισημαίνοντας ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία ουσιαστική επιτόπια αυτοψία. Όπως ανέφερε, οι δηλωθείσες εκτάσεις "ουδέποτε μισθώθηκαν ή καλλιεργήθηκαν", ενώ οι κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν τις αδυναμίες του ελεγκτικού μηχανισμού, δηλώνοντας ανύπαρκτη αγροτική δραστηριότητα.
"Ο ΟΠΕΚΕΠΕ περιορίστηκε στην εξέταση των δηλώσεων, αδιαφορώντας για τις σαφείς ενδείξεις παραποίησης και απάτης", τόνισε χαρακτηριστικά η κ. Θάνου, προσθέτοντας ότι "οι αρμόδιοι όφειλαν να μεταβούν στα σημεία για να διαπιστώσουν την πραγματική κατάσταση. Αν το έκαναν, θα διαπίστωναν πως υπήρχαν μεν ζώα, αλλά ο βοσκότοπος ήταν ήδη παραγωγικός – επομένως, η ενίσχυση δεν δικαιολογείτο".
Σύμφωνα με την εισαγγελέα, τα κοινοτικά κονδύλια κατέληξαν σε χέρια επιτήδειων, στερώντας σημαντικά ποσά από πραγματικούς αγρότες που παλεύουν καθημερινά για την καλλιέργεια των χωραφιών τους.
Οι 13 κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν –κατά περίπτωση– τα αδικήματα της απάτης σε βάρος του Δημοσίου, της ψευδούς βεβαίωσης και της πλαστογραφίας. Από αυτούς, οι 12 φέρονται να εισέπραξαν συνολικά πάνω από 440.000 ευρώ, με τα ποσά ανά άτομο να κυμαίνονται από 13.000 έως και 91.000 ευρώ.
Ο πρώην πρόεδρος του συνεταιρισμού Μακρυρράχης, ένας εκ των βασικών κατηγορουμένων, υπερασπίστηκε τον εαυτό του λέγοντας πως ο συνεταιρισμός διαθέτει νόμιμη νομή βοσκής στις συγκεκριμένες εκτάσεις από το 1935, βάσει σχετικών αποφάσεων.
Από την πλευρά τους, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι ενήργησαν εντός του πλαισίου σχετικής εγκυκλίου που δεν απαιτούσε αποδεδειγμένη αγροτική παραγωγή ή κατοχή ζωικού κεφαλαίου.







