Οι δράστες, λειτουργώντας οργανωμένα, αποσπούσαν προσωπικά και τραπεζικά στοιχεία από τα θύματά τους, προχωρώντας κατόπιν σε αναλήψεις μετρητών και σε αφαίρεση πολύτιμων αντικειμένων, όπως κοσμήματα και χρυσές λίρες.
Η δράση της σπείρας ήρθε στο φως έπειτα από την καταγγελία μιας 71χρονης γυναίκας, η οποία, εξαπατημένη από τα λεγόμενα των δραστών, παρέδωσε στοιχεία τραπεζικών καρτών μαζί με κοσμήματα αξίας 20.000 ευρώ και χρυσές λίρες αξίας 30.000 ευρώ. Όταν επικοινώνησε με τον λογιστή της και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καμία σχετική διαδικασία επιστροφής χρημάτων, προσέφυγε άμεσα στην αστυνομία. Από την έρευνα που ακολούθησε, αποκαλύφθηκε πως οι δράστες είχαν ήδη προβεί σε ηλεκτρονικές συναλλαγές και αναλήψεις μετρητών.
Η υπόθεση οδήγησε στη σύλληψη ενός 24χρονου άνδρα, ενώ σε βάρος τριών ακόμη συνεργών του, των οποίων τα στοιχεία δεν έχουν ακόμα ταυτοποιηθεί, σχηματίστηκε δικογραφία. Η δράση τους εντοπίζεται χρονικά στο τελευταίο δεκαπενθήμερο και αφορά τουλάχιστον επτά καταγεγραμμένες περιπτώσεις εξαπάτησης σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η εγκληματική ομάδα φαίνεται να απέσπασε, πέραν της περίπτωσης της 71χρονης, και άλλα μεγάλα ποσά. Σε έξι επιπλέον περιπτώσεις, τα θύματα εξαπατήθηκαν με τον ίδιο τρόπο και οι δράστες απέσπασαν 31.190 ευρώ σε μετρητά, κοσμήματα και χρυσαφικά αξίας 28.000 ευρώ, καθώς και 91 χρυσές λίρες Αγγλίας, η συνολική αξία των οποίων εκτιμάται στις 115.000 ευρώ.
Η υπόθεση εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή από τις αστυνομικές αρχές, καθώς τα περιστατικά ενδέχεται να συνδέονται με ευρύτερο κύκλωμα εξαπάτησης που εκμεταλλεύεται την άγνοια και την ευπιστία κυρίως ηλικιωμένων ανθρώπων. Οι έρευνες συνεχίζονται για την ταυτοποίηση και σύλληψη των υπόλοιπων μελών της σπείρας, ενώ οι αρχές απευθύνουν έκκληση προς το κοινό να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό και να μην παρέχει ποτέ προσωπικά ή τραπεζικά στοιχεία μέσω τηλεφώνου, ακόμη και εάν ο καλών ισχυρίζεται ότι είναι δημόσιος λειτουργός.








