Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, πρόεδρος της European Metals, έκρουσε εκ νέου τον κώδωνα του κινδύνου μέσω ανάρτησής του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μετά από συνάντησή του με τη γενική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Εσωτερική Αγορά, τη Βιομηχανία, την Επιχειρηματικότητα και τις ΜμΕ (DG GROW), Kerstin Jorna.
Όπως ανέφερε, παρά τη θετική πρόοδο των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών για τη βιομηχανία, οι προθέσεις δεν αρκούν πλέον χωρίς άμεση δράση. Τόνισε την ανάγκη για γρήγορες και πρακτικές αποφάσεις που θα στηρίξουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μετάλλων, επισημαίνοντας την επείγουσα ανάγκη παρεμβάσεων στο κόστος που προκύπτει από το σύστημα δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων (ETS), την άμεση πρόσβαση σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και τη λήψη μέτρων για τη μείωση του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.
Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας παραγωγικής ικανότητας σε στρατηγικούς τομείς, κρίσιμους για τους κλιματικούς, ψηφιακούς και αμυντικούς στόχους της Ευρώπης. «Τόνισα την κατεπείγουσα ανάγκη για άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα στο συνολικό βάρος του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, ταχείες βελτιώσεις στο CISAF και άμεση βραχυπρόθεσμη ανακούφιση για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Δεν πρόκειται για ζήτημα προτίμησης, αλλά για την αποτροπή απώλειας παραγωγικής ικανότητας σε τομείς ζωτικής σημασίας για τους στόχους της Ευρώπης», υπογράμμισε.
Θέλουμε ή δε θέλουμε να υπάρχει βιομηχανία;
Να σημειωθεί ότι σε εκδήλωση, χθες, αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση του Γιώργου Μυλωνά, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της Alumil. «Το θέμα είναι πως πληρώνουμε ως και τέσσερις φορές πάνω την ενέργεια στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται πόσο σημαντικό είναι το πρόβλημα ενέργειας για τη βιομηχανία. Δεν είναι θέμα αν θα κερδίσει πολλά ή λίγα η βιομηχανία, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Θέλουμε ή δε θέλουμε να υπάρχει βιομηχανία; Χρειάζεται εθνική στρατηγική, γιατί να μην έχουμε;», αναρωτήθηκε.
«Η Ισπανία πληρώνει 40 ευρώ τη μεγαβατώρα, εμείς 125. Μισό τοις εκατό πιο ακριβός να είσαι θα αγοράσουν το προϊόν του ανταγωνιστή σου», επεσήμανε. Το φλέγον ζήτημα των πολύ υψηλών τιμών του ρεύματος για τις βιομηχανίες οξύνεται ακόμα περισσότερο στη Βόρεια Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα που έχουν να κάνουν με ελλιπείς υποδομές (λιμάνια, σιδηρόδρομοι), απαρχαιωμένα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα στην εποχή… της οπτικής ίνας (στη μεγαλύτερη βιομηχανική περιοχή της χώρας, τη ΒΙΠΕ Σίνδου στη Θεσσαλονίκη πέφτει συχνά το ίντερνετ όταν ο καιρός χαλάει), αδιανόητες καθυστερήσεις όταν οι επιχειρήσεις επιχειρούν να μεταβούν στην πράσινη εποχή, κάνοντας αιτήσεις για ανάπτυξη φωτοβολταϊκών έργων με ΔΕΔΔΗΕ και ΑΔΜΗΕ να ανταποκρίνονται… με το πάσο τους.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΒ, το υψηλό και απρόβλεπτο ενεργειακό κόστος αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βιομηχανία, καθώς αντιστοιχεί στο 15%–40% του συνολικού κόστους παραγωγής, ενώ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες μπορεί να υπερβαίνει ακόμη και αυτά τα επίπεδα. Ενδεικτικά, εάν οι τιμές ενέργειας για τον κλάδο του αλουμινίου ήταν κατά 30% χαμηλότερες, η προστιθέμενη αξία και η παραγωγικότητα θα ήταν 21% υψηλότερες, ενώ αντίστοιχα οφέλη (19% και 18%) θα καταγράφονταν για τη μεταλλουργία και το τσιμέντο.
Η κυβέρνηση
Στο μεταξύ σε εκδήλωση, την ίδια με τον κ. Μυλωνά, χθες, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, ανέφερε ότι οι ανακοινώσεις για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας δεν αργούν. Διευκρίνισε ωστόσο ότι οι καθυστερήσεις οφείλονται στην ανάγκη έγκρισης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα μέτρα που έχουν συζητηθεί. Όπως σημείωσε, η οικονομική στήριξη δεν μπορεί να υπερβαίνει συγκεκριμένο σωρευτικό όριο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση ήδη ενισχύει τη βιομηχανία και μέσω άλλων πόρων.
Πάντως, από την κυβέρνηση αναφέρουν ότι το ζήτημα του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία είναι εξαιρετικά σημαντικό, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι δεν υπάρχει πρόθεση μονομερών ενεργειών από ελληνικής πλευράς. Όπως έχει δηλώσει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας αποτελεί κυβερνητική προτεραιότητα, αλλά θα πρέπει να υλοποιηθεί σε συνεννόηση και συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.






