Σύμφωνα με τη BIMCO, η συμφωνία περιλαμβάνει δέσμευση της Κίνας να αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές αμερικανικής σόγιας, φτάνοντας τα 12 εκατ. τόνους έως το τέλος του 2025 και 25 εκατ. τόνους ετησίως για τα επόμενα τρία χρόνια, επίπεδα που προσομοιάζουν σε εκείνα του 2024.
Αν υλοποιηθούν, οι μεταφορές ξηρού φορτίου αναμένεται να ενισχυθούν βραχυπρόθεσμα, πριν σταθεροποιηθούν μεσοπρόθεσμα. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται θετική για τους αμερικανούς παραγωγούς, αλλά δυσμενής για τους αντίστοιχους της Νότιας Αμερικής, οι οποίοι ενδέχεται να χάσουν μερίδιο αγοράς.
Η BIMCO επισημαίνει ότι οι μεταβολές αυτές αντανακλούν τις στρεβλώσεις που προκαλούν οι δασμοί σε πολλές αλυσίδες εφοδιασμού. Η εικόνα αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η σημερινή «εκεχειρία» μπορεί να οδηγήσει σε νέα περίοδο αναταράξεων όταν λήξει η ισχύς της.
Παρά το προσωρινό πάγωμα των εμπορικών πιέσεων, οι δασμοί παραμένουν υψηλοί. Η Emily Stausbøll, ανώτερη αναλύτρια της Xeneta, εκτιμά ότι η συμφωνία δεν αρκεί για να στηρίξει τη ζήτηση στις διαδρομές του Ειρηνικού.
Υποστηρίζει ότι οι αμερικανοί εισαγωγείς έχουν ήδη δημιουργήσει μεγάλα αποθέματα το 2025 και πιθανότατα θα επικεντρωθούν στην απομείωσή τους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, περιορίζοντας τις νέες παραγγελίες.
Η Xeneta προβλέπει πτώση 25% στα spot ναύλα το 2026 και μείωση 10% στα συμβόλαια, επίπεδα που αναμένεται να είναι κατά 20% χαμηλότερα από αυτά πριν την κρίση της Ερυθράς Θάλασσας τον Δεκέμβριο του 2023.
Στο γεωπολιτικό επίπεδο, η συζήτηση επικεντρώνεται σε έναν λιγότερο εμφανή αλλά κρίσιμο παράγοντα, τα σπάνια μέταλλα, και ειδικότερα το γάλλιο.
Ο οικονομολόγος James K. Galbraith σημειώνει ότι η Κίνα ελέγχει σχεδόν το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής γαλλίου, ενός υλικού απαραίτητου για τη βιομηχανία ηλεκτρονικών και κατ’ επέκταση για στρατιωτικά συστήματα.
Κατά τον Galbraith, η δυνατότητα της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές αυτών των κρίσιμων υλικών αποτέλεσε βασικό παράγοντα πίσω από την προσπάθεια των ΗΠΑ να επιτύχουν μια συμφωνία αποκλιμάκωσης.
Οι ΗΠΑ, πριν από τη συνάντηση Τραμπ–Σι, επιτάχυναν την υπογραφή διμερών συμφωνιών με χώρες όπως η Αυστραλία, η Μαλαισία, η Καμπότζη, η Ταϊλάνδη και η Ιαπωνία, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν την εξάρτηση από την κινεζική παραγωγή.
Ωστόσο, η έρευνα της Goldman Sachs σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας δείχνει ότι η Κίνα εξακολουθεί να ελέγχει το 69% της παγκόσμιας εξόρυξης σπάνιων μετάλλων, το 92% της διύλισης και το 98% της παραγωγής μαγνητών που χρησιμοποιούνται στην ηλεκτροκίνηση.
Σύμφωνα με αναλυτές, η εξάρτηση αυτή περιορίζει την ταχύτητα με την οποία μπορούν να μετατοπιστουν παραγωγικές αλυσίδες μακριά από την Κίνα. Όπως επισημαίνει η Wendy Cutler του Asia Society Policy Institute, οι πρόσφατες απειλές του Πεκίνου για νέους εξαγωγικούς περιορισμούς λειτουργούν ως «σήμα αφύπνισης» για συμμάχους των ΗΠΑ.
Κατά τον Galbraith όμως, η σημερινή συμφωνία αποτελεί στην ουσία «περίοδο δοκιμής». Μια δοκιμαστική φάση κατά την οποία η Κίνα θα αξιολογήσει αν οι ΗΠΑ μπορούν να διατηρήσουν κλίμα αποκλιμάκωσης και συνεργασίας. Αν όχι οι συνθήκες δεν θα είναι ευνοϊκότερες για τις ΗΠΑ όταν λήξει η συμφωνία.







