Αυτό προκύπτει από την προσεκτική ανάγνωση της νέας στρατηγικής αξιολόγησης του Λευκού Οίκου για τις σχέσεις με την Κίνα. Η ιδέα του «οικονομικού ΝΑΤΟ» δεν διατυπώνεται ρητά αλλά διαπερνά το σύνολο της ανάλυσης.
Η διαπίστωση ότι ο ανταγωνισμός είναι μόνιμος και όχι συγκυριακός οδηγεί την αμερικανική στρατηγική σε μια συνολική νέα αρχιτεκτονική ισχύος. Η Κίνα παρουσιάζεται ως χώρα που δεν άλλαξε ούτε πρόκειται να αλλάξει μέσα από την οικονομική της ενσωμάτωση, ανατρέποντας την παλιά πεποίθηση ότι η παγκοσμιοποίηση θα λειτουργούσε εξισορροπητικά.
Αντίθετα, η Κίνα αξιοποίησε την πρόσβαση στις δυτικές αγορές για να χτίσει ένα τεράστιο δίκτυο οικονομικών, τεχνολογικών και παραγωγικών εξαρτήσεων, το οποίο απλώνεται στον Παγκόσμιο Νότο αλλά και σε παραδοσιακούς εμπορικούς εταίρους της Δύσης.
Η παραδοχή αυτή ωθεί την Ουάσιγκτον στο συμπέρασμα ότι δεν αρκεί η αποσύνδεση από την Κίνα ούτε η επαναφορά της παραγωγής σε αμερικανικό έδαφος.
Χρειάζεται ένα συλλογικό σύστημα. Ένα πλαίσιο όπου οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ιαπωνίας, της Κορέας, της Αυστραλίας και της Ινδίας θα κινούνται συντονισμένα. Θα χρησιμοποιούν τους ίδιους εμπορικούς κανόνες, τα ίδια τεχνολογικά πρότυπα, τα ίδια φίλτρα ασφαλείας. Μόνο έτσι, μπορεί να περιοριστεί η κινεζική επιρροή σε αγορές που σήμερα στηρίζουν την παγκόσμια βιομηχανική ισχύ του Πεκίνου.
Η αναφορά ότι οι οικονομίες των συμμάχων «προσθέτουν δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια στη δυτική ισχύ» δεν είναι στατιστικό σχόλιο. Είναι υπόμνηση ότι χωρίς τη δύναμη αυτού του συνασπισμού, η Κίνα δεν μπορεί να αναχαιτιστεί. Η έκκληση προς την Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Αυστραλία να αλλάξουν τις δικές τους πρακτικές δεν είναι απλή διπλωματική παρότρυνση. Είναι προειδοποίηση ότι η Δύση δεν θα μπορέσει να διατηρήσει τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα αν επιτρέψει στο κινεζικό βιομηχανικό πλεονέκτημα να τροφοδοτείται από τις δικές της αγορές.
Πυλώνας η τεχνολογία
Στο ίδιο πνεύμα, η τεχνολογία παρουσιάζεται ως πεδίο που απαιτεί συλλογική άμυνα. Η έμφαση σε τεχνητή νοημοσύνη, κβαντικά συστήματα και αυτόνομα όπλα δεν αφορά μόνο τον ανταγωνισμό ισχύος. Αφορά τη διαμόρφωση ενός ενιαίου τεχνολογικού οικοσυστήματος, όπου οι δημοκρατικές χώρες θα μοιράζονται πρότυπα, πρόσβαση και παραγωγική ικανότητα.
Αυτό αποτελεί την πιο ξεκάθαρη ένδειξη ότι ο Λευκός Οίκος δεν βλέπει την τεχνολογία απλώς ως εργαλείο ανάπτυξης, αλλά ως κόμβο συμμαχικού συντονισμού. Με άλλα λόγια, ως πυλώνα ενός οικονομικού ΝΑΤΟ που θα καθορίζει ποιος έχει πρόσβαση σε ποιες τεχνολογίες και με ποιους όρους.
Η στρατηγική συνδέει επίσης το εμπόριο με την ασφάλεια σε βαθμό πρωτοφανή για αμερικανικό έγγραφο. Η προστασία εφοδιαστικών αλυσίδων, η ανασυγκρότηση της βιομηχανικής βάσης, η επιλεκτική επαναφορά παραγωγής σε εθνικό έδαφος, όλα περιγράφονται ως ζητήματα επιβίωσης. Και όταν τα ζητήματα αυτά τίθενται σε συλλογικό επίπεδο, δημιουργείται πρακτικά το μοντέλο ενός συστήματος συμμαχιών που δεν διαφέρει στη λογική του από αυτό που το ΝΑΤΟ υπήρξε για την στρατιωτική ασφάλεια. Μόνο που τώρα ο πυρήνας δεν είναι τα όπλα αλλά οι αγορές.
Αυτή η νέα συλλογική οικονομική αρχιτεκτονική έχει και γεωγραφικό επίκεντρο. Το Πεκίνο έχει ήδη κερδίσει σημαντικό έδαφος στον Παγκόσμιο Νότο μέσω δανεισμού και επενδύσεων στην παραγωγή. Γι’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζουν μια αντεπίθεση που βασίζεται όχι σε στρατιωτικές δεσμεύσεις αλλά σε επενδύσεις, καλύτερη χρηματοδότηση και πρόσβαση σε τεχνολογία. Η Δύση επιχειρεί να εμφανιστεί ως πιο ασφαλής και πιο μακροπρόθεσμη επιλογή από τα κινεζικά δάνεια. Αυτό αποτελεί την πρώτη εφαρμογή του υπό διαμόρφωση οικονομικού ΝΑΤΟ: ένας συνασπισμός που διεκδικεί πολιτική επιρροή μέσω οικονομικών κινήτρων και όχι μέσω στρατιωτικής παρουσίας.
Στο τέλος, η εικόνα που δίνει ο Λευκός Οίκος δεν είναι η εικόνα ενός άμεσου αγώνα ισχύος αλλά η περιγραφή μιας νέας διεθνούς τάξης που οι ΗΠΑ επιχειρούν να χτίσουν. Μιας τάξης όπου κανένα κράτος δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει την οικονομική του ισχύ για να εκβιάσει άλλους, και όπου οι δημοκρατικές οικονομίες θα λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα απέναντι σε έναν παγκόσμιο ανταγωνιστή.
Η αναμέτρηση με την Κίνα δεν παρουσιάζεται ως ζήτημα πολέμου ή ειρήνης, αλλά ως ζήτημα συστημικής αντοχής. Για την Ουάσιγκτον, η μεγάλη πρόκληση δεν είναι μόνο η Κίνα. Είναι αν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποκτήσουν και να διατηρήσουν τη συμμαχική συνοχή που απαιτείται για να στηθεί ένα οικονομικό ΝΑΤΟ ικανό να κρατήσει το βάρος αυτού του νέου γεωοικονομικού μαραθωνίου.






