Η αφετηρία βρίσκεται στη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέχρι το 1922 το Αιγαίο λειτουργούσε ως ένας ενιαίος οικονομικός χώρος. Η Σμύρνη αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπορικό και χρηματοοικονομικό κέντρο της περιοχής. Η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος και τα άλλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου διατηρούσαν καθημερινές σχέσεις με τα απέναντι παράλια. Οι θαλάσσιες γραμμές Χίου–Τσεσμέ, Μυτιλήνης–Αϊβαλιού, Σάμου–Κουσάντασι και Σμύρνης–Πειραιά εξυπηρετούσαν μια οικονομική πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί επί αιώνες.
Η κατάρρευση του μικρασιατικού ελληνισμού και η ανταλλαγή πληθυσμών μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923 διέκοψαν απότομα αυτό το δίκτυο. Οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες έχασαν μεγάλο μέρος των γραμμών τους. Τα πλοία που μέχρι τότε εξυπηρετούσαν τα μικρασιατικά δρομολόγια βρέθηκαν χωρίς αντικείμενο και στράφηκαν προς το εσωτερικό του ελληνικού δικτύου. Δημιουργήθηκε έτσι μια κατάσταση που θυμίζει σύγχρονη κρίση υπερπροσφοράς. Πάρα πολλά πλοία διεκδικούσαν την ίδια αγορά, σε μια χώρα που μόλις είχε εξέλθει από πολεμική καταστροφή, οικονομική εξάντληση και προσφυγικό σοκ.
Από το 1923 έως το 1928 οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις συγκρούονταν μεταξύ τους στις γραμμές με εμπορικό ενδιαφέρον. Τα ναύλα πιέζονταν προς τα κάτω, η κερδοφορία περιοριζόταν και η δυνατότητα ανανέωσης του στόλου σχεδόν εξαφανιζόταν. Την ίδια στιγμή, πολλά μικρά νησιά έμεναν χωρίς επαρκή εξυπηρέτηση. Η αγορά λειτουργούσε ορθολογικά από επιχειρηματική άποψη αλλά όχι από εθνική άποψη. Οι πλοιοκτήτες κατευθύνονταν εκεί όπου υπήρχε κέρδος. Το κράτος όμως χρειαζόταν κάτι διαφορετικό. Χρειαζόταν να εξυπηρετηθούν και οι περιοχές που δεν παρήγαν κέρδος.
Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα που παρέλαβε ο Βενιζέλος το 1928. Αντιμετώπισε έναν γερασμένο στόλο, υπερβολικό ανταγωνισμό στις κερδοφόρες γραμμές, ελλιπή σύνδεση των μικρών νησιών και ένα κράτος που είχε χάσει το φυσικό οικονομικό κέντρο του ανατολικού Αιγαίου, τη Σμύρνη. Στην πραγματικότητα, ο Βενιζέλος κλήθηκε να μετατρέψει τον Πειραιά σε υποκατάστατο της Σμύρνης. Να δημιουργήσει δηλαδή ένα νέο θαλάσσιο δίκτυο που θα ένωνε τα νησιά με το εθνικό κέντρο.
Από τις διαθέσιμες δευτερογενείς πηγές προκύπτει ότι η βενιζελική προσέγγιση κινήθηκε σταδιακά προς την αναγνώριση της ακτοπλοΐας ως δημόσιου αγαθού. Η ουσία της πολιτικής του συνοψίζεται στην αντίληψη ότι η συγκοινωνία των νησιών δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την κερδοφορία των ιδιωτικών εταιρειών.
Η περίοδος αυτή οδηγεί τελικά στη διαμόρφωση του πλαισίου που θα αποτυπωθεί στον νόμο περί ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών του 1934, περίοδο κατά την οποία ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει εγκαταλείψει την κεντρική πολιτική σκηνή.
Η ιστορική σημασία της περιόδου δεν βρίσκεται τόσο στον συγκεκριμένο νόμο όσο στο γεγονός ότι τότε διατυπώνεται για πρώτη φορά με σαφήνεια το βασικό δίλημμα της ελληνικής ακτοπλοΐας, η αγορά ή η εθνική συνοχή. Το δίλημμα αυτό δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα.
Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η Ελλάδα αντιμετώπισε μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου προβλήματος. Η κατοχή και οι πολεμικές επιχειρήσεις κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του ακτοπλοϊκού στόλου. Η χώρα δεν είχε πλέον υπερπροσφορά αλλά έλλειψη πλοίων.
Τα νησιά παρέμεναν εξαρτημένα από τη θάλασσα, αλλά οι διαθέσιμες μεταφορικές δυνατότητες ήταν περιορισμένες. Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση έθεσε εκ νέου το ζήτημα της κρατικής παρέμβασης.
Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 η ανάπτυξη του τουρισμού δημιούργησε νέες προοπτικές. Η ακτοπλοΐα απέκτησε οικονομική δυναμική και ορισμένες γραμμές εξελίχθηκαν σε ιδιαίτερα κερδοφόρες.
Ωστόσο το βασικό πρόβλημα παρέμενε αναλλοίωτο. Οι εταιρείες επένδυαν εκεί όπου υπήρχε ζήτηση. Τα μικρά νησιά εξακολουθούσαν να χρειάζονται προστασία και υποστήριξη.
Η δεκαετία του 1970 και η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκαν από την ισχυροποίηση των μεγάλων ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων και την επέκταση του τουρισμού. Οι Κυκλάδες, η Κρήτη και οι βασικές γραμμές του Αιγαίου γνώρισαν εντυπωσιακή ανάπτυξη.
Πολλοί πίστεψαν ότι η αγορά είχε βρει πλέον τον βηματισμό της. Στην πραγματικότητα, η επιτυχία αφορούσε κυρίως τα μεγάλα νησιά. Οι μικρότερες κοινότητες παρέμεναν εξαρτημένες από κρατικές παρεμβάσεις.
Η απελευθέρωση του καμποτάζ και η προσαρμογή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο τη δεκαετία του 1990 δημιούργησαν την προσδοκία ότι ο ανταγωνισμός θα έλυνε τα περισσότερα προβλήματα.
Οι υπηρεσίες βελτιώθηκαν, τα ταχύπλοα μείωσαν τους χρόνους ταξιδιού και σημαντικές επενδύσεις πραγματοποιήθηκαν στον στόλο. Όμως για άλλη μία φορά αποδείχθηκε ότι η αγορά από μόνη της δεν μπορεί να εξασφαλίσει την εξυπηρέτηση όλων των νησιών. Οι λεγόμενες άγονες γραμμές παρέμειναν απαραίτητες.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια νέα εκδοχή του ίδιου προβλήματος. Η πρόκληση δεν είναι πλέον η απώλεια της Σμύρνης ή η έλλειψη πλοίων. Είναι η ενεργειακή μετάβαση, οι ευρωπαϊκοί περιβαλλοντικοί κανονισμοί, το κόστος των νέων καυσίμων και η ανάγκη ανανέωσης ενός μεγάλου μέρους του στόλου.
Ωστόσο το βασικό ερώτημα παραμένει αναλλοίωτο, ποιος θα χρηματοδοτήσει τη σύνδεση των νησιών που δεν μπορούν να συντηρηθούν αποκλειστικά από την αγορά;
Έτσι, αν κάποιος αναζητήσει το πραγματικό κληροδότημα του Βενιζέλου στην ακτοπλοΐα, δεν θα το βρει σε μια συγκεκριμένη ομιλία ή σε έναν νόμο.
Θα το βρει στην αναγνώριση μιας πραγματικότητας που εξακολουθεί να ισχύει, η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα αξιόπιστο ακτοπλοϊκό δίκτυο και η διατήρηση αυτού του δικτύου δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά εμπορική υπόθεση.
Είναι, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, ζήτημα οικονομικής επιβίωσης, εθνικής συνοχής και κρατικής πολιτικής.
Η ιστορία της ελληνικής ακτοπλοΐας από το 1922 μέχρι σήμερα
1922 – Η Μικρασιατική Καταστροφή καταστρέφει το παλαιό οικονομικό σύστημα του Αιγαίου.
1923 – Η Συνθήκη της Λοζάνης και η ανταλλαγή πληθυσμών διακόπτουν οριστικά τις παραδοσιακές θαλάσσιες συνδέσεις με τη Μικρά Ασία.
1928 – Η κυβέρνηση Βενιζέλου αναλαμβάνει να οργανώσει εκ νέου το ακτοπλοϊκό σύστημα της χώρας.
1934 – Θεσπίζεται το πρώτο ολοκληρωμένο πλαίσιο για τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες.
1940-1944 – Ο πόλεμος και η Κατοχή αποδεκατίζουν τον ελληνικό ακτοπλοϊκό στόλο.
1950-1965 – Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση επανασυνδέει τα νησιά με την ηπειρωτική Ελλάδα.
1970-1985 – Η τουριστική ανάπτυξη μετατρέπει την ακτοπλοΐα σε βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.
2002 – Η πλήρης απελευθέρωση του καμποτάζ αλλάζει τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς.
2010-2018 – Η οικονομική κρίση δοκιμάζει την αντοχή των ακτοπλοϊκών εταιρειών και του συστήματος άγονων γραμμών.
2020-2026 – Η πράσινη μετάβαση και οι νέοι περιβαλλοντικοί κανόνες δημιουργούν τη μεγαλύτερη επενδυτική πρόκληση από τη μεταπολεμική περίοδο.







