Όπως επισήμανε, πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά νομοσχέδιο της κυβέρνησης που τίθεται προς διαβούλευση εν μέσω θέρους, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, δεν είναι τυχαίο. Όπως και στους νόμους Γεωργιάδη και Χατζηδάκη, η χρονική αυτή επιλογή φαίνεται να σχετίζεται με την πρόθεση της κυβέρνησης να αποφύγει τις αντιδράσεις των εργαζομένων και να περιορίσει την έκταση της δημόσιας συζήτησης.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο δεν είναι συνεπές με τους στόχους που θέτει στο προοίμιό του, δηλαδή τη συμφιλίωση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, την ενίσχυση της αγοράς εργασίας, την ψηφιοποίηση και τη στήριξη της Επιθεώρησης Εργασίας. Το βασικό του παράδειγμα είναι η θεσμοθέτηση της 13ωρης εργασίας για τον ίδιο εργοδότη, κάτι που έως τώρα προβλεπόταν μόνο για απασχόληση σε δύο διαφορετικούς εργοδότες. Πλέον, θα είναι δυνατόν ένας εργαζόμενος να δουλεύει από τις 8 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, εφόσον συμφωνήσει και με την ανάλογη υπερωριακή αμοιβή.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, η έννοια της «συναίνεσης» του εργαζομένου είναι συχνά επίπλαστη, αφού η σχέση εργοδότη-εργαζομένου δεν είναι ισότιμη. Ο φόβος της απόλυσης, η εργοδοτική πίεση και η γενική ανασφάλεια στην αγορά, κάνουν πολλούς εργαζόμενους να αποδέχονται επιπλέον ώρες, χωρίς πραγματικά να μπορούν να αρνηθούν. Η εργασιακή σχέση, επανέλαβε, είναι από τη φύση της άνιση και το εργατικό δίκαιο υπάρχει για να προστατεύει το ασθενέστερο μέρος – κάτι που, σύμφωνα με τον ίδιο, το παρόν νομοσχέδιο υπονομεύει.
Ο Διονύσης Τεμπονέρας έκανε λόγο για συνθήκες «εργασιακής ζούγκλας» που έχουν διαμορφωθεί εδώ και χρόνια, λόγω εργοδοτικής αυθαιρεσίας, έλλειψης ελέγχων και συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Όπως είπε, είναι συχνό φαινόμενο στον τουρισμό και τον επισιτισμό να ζητούνται ωράρια 12 ωρών, 7 ημέρες την εβδομάδα, ενώ παράλληλα παραβιάζεται μαζικά η νομοθεσία, λόγω της αδυναμίας της Επιθεώρησης Εργασίας να ελέγξει αποτελεσματικά. Υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με στοιχεία, περίπου μία στις τρεις επιχειρήσεις παραβιάζει τους κανόνες για το ωράριο και τις υπερωρίες, ενώ πριν από την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας, υπήρχαν εκατομμύρια ώρες υπερωριακής εργασίας που δεν δηλώνονταν.
Επιπλέον, υπογράμμισε ότι το νέο νομοσχέδιο καθιστά ακόμα πιο «φθηνές» τις υπερωρίες, αφού απαλλάσσονται από την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών οι ώρες εργασίας τις Κυριακές, τις αργίες και οι υπερωρίες γενικά. Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται η εντατικοποίηση της εργασίας, ενώ, ταυτόχρονα, ο χρόνος ζωής και ανάπαυσης του εργαζομένου συμπιέζεται δραματικά. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ένας εργαζόμενος που δουλεύει 13 ώρες ημερησίως, συν τον χρόνο μετακίνησης και το διάλειμμα, έχει ελάχιστο χρόνο διαθέσιμο για ύπνο, φροντίδα των παιδιών και άλλες βασικές δραστηριότητες. Αυτή η πραγματικότητα, είπε, καθιστά τον τίτλο του νομοσχεδίου περί «δίκαιης εργασίας» κενό γράμμα.
Σύμφωνα με τον κ. Τεμπονέρα, η Ελλάδα έχει καταλήξει να είναι ευρωπαϊκή παραδοξότητα: οι εργαζόμενοι στη χώρα δουλεύουν τις περισσότερες ώρες εβδομαδιαίως σε όλη την ΕΕ, ενώ απολαμβάνουν από τα χαμηλότερα επίπεδα αγοραστικής δύναμης. Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, οι Έλληνες έχουν «ωράρια Κίνας, μισθούς Βουλγαρίας και τιμές Ελβετίας», περιγράφοντας ένα «αντικοινωνικό τρίπτυχο» που το νομοσχέδιο δεν αγγίζει καθόλου. Δεν περιλαμβάνει ρυθμίσεις για συλλογικές συμβάσεις, για 13ο ή 14ο μισθό, ούτε μέτρα για τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά ή για τη στήριξη της εργατικής κατοικίας – ζητήματα ζωτικής σημασίας για τους εργαζόμενους.
Ο ίδιος αμφισβήτησε και την πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει τις οικογένειες, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα του δημογραφικού. Αναρωτήθηκε ποιος θα μαγειρέψει ή θα διαβάσει ένα παιδί όταν και οι δύο γονείς εργάζονται 13 ώρες την ημέρα. Όσον αφορά τη διεθνή εμπειρία, σημείωσε ότι η 13ωρη απασχόληση προβλέπεται μόνο σε 10 από τις 27 χώρες της ΕΕ, κυρίως πρώην ανατολικές, που αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Επιπλέον, ανέφερε ότι η τετραήμερη εργασία, όπως εφαρμόζεται αλλού στην Ευρώπη, σημαίνει 4 ημέρες με 8ωρη εργασία – όχι 4 δεκάωρα, όπως προωθεί το ελληνικό νομοσχέδιο.
Παρότι αναγνώρισε την ύπαρξη ορισμένων θετικών ρυθμίσεων – όπως η ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, κάποιες φοροαπαλλαγές για τις γονικές άδειες και μέτρα για την ψηφιοποίηση –, επισήμανε ότι ακόμα και αυτά είναι ελλιπή. Πολλοί πολίτες δεν έχουν πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία ή δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, ενώ άλλα τεχνικά μέτρα αφορούν μικρές, επιμέρους βελτιώσεις.
Συνολικά, κατέληξε ότι οι βασικές προβλέψεις του νομοσχεδίου οδηγούν σε περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και δεν υπηρετούν τη δίκαιη ανάπτυξη ούτε την κοινωνική συνοχή.







