Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στην τελευταία έκδοση της ΤτΕ για την Ελληνική Οικονομία, ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει υψηλός, στο 3,1% το 2026, αντανακλώντας τις υψηλότερες τιμές της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων τροφίμων, καθώς και την επιμονή του πληθωρισμού στις υπηρεσίες.
Ήδη, στο άνοιγμα των αγορών τη Δευτέρα, το Brent ξεπέρασε ακόμη και τα 113 δολαρια, ενώ το φυσικό αέριο στον ολλανδικό δείκτη TTF κινείται πέριξ των 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Την ίδια ώρα, οι τιμές καυσίμων παραμένουν πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας η τιμή εκτινάχθηκε στα 147,74 ευρώ/MWh, σημειώνοντας άνοδο άνω του 74% σε μία ημέρα.
Στο φόντο αυτό, η κυβέρνηση κρατά στάση αναμονής και “καύσιμα” για τη συνέχεια, καθώς είναι άγνωστο το πώς θα εξελιχθεί η όλη κατάσταση. Όπως σημείωσε ο Πρωθυπουργός, στο κυριακάτικο μήνυμά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Ελλάδα, σε συντονισμό με την Ευρώπη, στηρίζει μέτρα για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ μαζί με τη Γαλλία προώθησε την πρόταση για μορατόριουμ επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές.
“Η παρατεταμένη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή δεν είναι μια μακρινή κρίση. Έχει ήδη προκαλέσει ένα ισχυρό ενεργειακό σοκ, με άμεσες επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη” ανέφερε ο Κ. Μητσοτάκης και παρέπεμψε, στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες για τι μείγμα μέτρων που είναι στο τραπέζι.
Στοχευμένες παρεμβάσεις
“Συζητήσαμε όλο το φάσμα των επιπτώσεων της κρίσης, στις τιμές της ενέργειας, στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις, αλλά και στο μεταναστευτικό. Απαιτούνται στοχευμένες εθνικές παρεμβάσεις. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη οφείλει να διαθέτει μια συγκεκριμένη εργαλειοθήκη, ικανή να προσφέρει προσωρινή και στοχευμένη στήριξη σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Είναι η άλλη όψη της ανταγωνιστικότητας για την οποία συζητήσαμε επί μακρόν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ώστε να μην βρεθούμε αντιμέτωποι με μια ενεργειακή κρίση. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις σε χώρες της περιοχής επιβαρύνουν περαιτέρω την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και επηρεάζουν τις τιμές ενέργειας διεθνώς” ανέφερε ο Πρωθυπουργός προτάσσοντας δομικές μεταρρυθμίσεις, όπως επιτάχυνση επενδύσεων, περιορισμό της γραφειοκρατίας και σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους έως το 2030, παράλληλα, με τα στοχευμένα μέτρα ως κεντρικά “αναχώματα” για την ανθεκτικότητα.
Το χρέος
“Γι’ αυτό και προχωράμε στην πρόωρη εξόφληση των δόσεων από το δάνειο των 52,9 δισ. ευρώ που είχε λάβει η χώρα το 2010 από τις χώρες της Ευρωζώνης. Τον προσεχή Ιούνιο θα καταβληθούν επιπλέον 7 δισ. ευρώ από τα 26,3 δισ. που απομένουν, ενώ οι υπόλοιπες δόσεις θα καλυφθούν με περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Έτσι, το χρέος μειώνεται όχι μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά και σε απόλυτα νούμερα: από τα 364,95 δισ. το 2024, πέσαμε στα 362,8 δισ. στο τέλος του 2025” σημείωσε ο κ. Μητσοτάκης, που έχοντας ως βασική επιδίωξη την παραμονή σε δημοσιονομική τροχιά αναμένει το πότε και πώς θα προχωρήσει σε μέτρα η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση ευελπιστεί ότι θα ενεργοποιηθεί ο έκτακτος μηχανισμός που προβλέπει το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας, δηλαδή η γενική ρήτρα διαφυγής από τους κανόνες των “οροφών” δαπανών του άρθρου 25 του σχετικού Κανονισμού, ώστε να μην έχει δημοσιονομικά ζητήματα, εάν και εφόσον λάβει μέτρα. Άλλωστε, με βάση τα στοιχεία του Υπ. Οικονομικών, στο δίμηνο καταγράφεται υστέρηση φορολογικών εσόδων κατά 310 εκ ευρώ, εκ των οποίων τα 204 εκ ευρώ είναι απώλειες από τα καύσιμα. Και με δεδομένη την εικόνα της αγοράς, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η συνέχεια θα είναι καλύτερη.
Μειώσεις φόρων
Ωστόσο, εν αναμονή αποφάσεων, οι πιο ισχυρές χώρες της Ευρώπης κινούνται αυτόνομα λαμβάνοντας, μέτρα. Έτσι, η Ιταλία η Ισπανία, αλλά και η εκτός ΕΕ, Μ. Βρετανία, που έχει και η ίδια δημοσιονομικές δυσκολίες, προχώρησαν σε πρώτες κινήσεις, με μειώσεις φόρων στα καύσιμα και άλλα μέτρα, που όμως έχουν ισχυρό δημοσιονομικό αποτύπωμα. Π.χ. στην Ισπανία, το κόστος των μέτρων είναι στα 5,8 δισ. κι αυτό την ώρα που η χώρα της Ιβηρικής έχει ήδη “λάβει σήμα” από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον κίνδυνο υπερβολικού ελλείμματος.








