Σύμφωνα με το δελτίο, το συνολικό ιδιωτικό χρέος έφτασε τα 407,6 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025, αντιστοιχώντας στο 164% του ΑΕΠ. Η αύξηση οφείλεται τόσο στην πιστωτική επέκταση όσο και στη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, που φτάνουν τα 235,6 δισ. ευρώ ή το 58% του συνόλου, κυρίως σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι η πρόκληση δεν περιορίζεται στα τραπεζικά δάνεια, αλλά διαπερνά ολόκληρη τη σχέση των πολιτών και των επιχειρήσεων με το κράτος.
Τα τραπεζικά δάνεια ανέρχονται συνολικά σε 245 δισ. ευρώ, ή περίπου στο 99% του ΑΕΠ, με τις επιχειρήσεις να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο. Παρά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων την τελευταία δεκαετία, αυτά παραμένουν στο 30% του συνόλου, δηλαδή 73,9 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος πλέον διαχειρίζεται από εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, δείχνοντας πρόοδο αλλά όχι πλήρη επίλυση.
Τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται, με την αύξηση του κόστους στέγασης και τα χαμηλά επίπεδα αποταμίευσης να περιορίζουν την ικανότητά τους να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Παρά τη βελτίωση εισοδημάτων και απασχόλησης, πολλά νοικοκυριά βασίζονται ακόμη σε δανεισμό ή ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Παρά την ανάπτυξη 2,1% της ελληνικής οικονομίας το 2025, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, οι κίνδυνοι εντείνονται το 2026 λόγω γεωπολιτικών εντάσεων και αύξησης των τιμών ενέργειας, που μπορούν να ενισχύσουν τον πληθωρισμό και το κόστος δανεισμού, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την εξυπηρέτηση του χρέους.
Το ιδιωτικό χρέος παραμένει επομένως όχι μόνο κληρονομιά της ελληνικής κρίσης, αλλά και βασικό περιοριστικό στοιχείο για τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας, σημειώνει συμπερασματικά το ΙΟΒΕ.



