Το σκεπτικό της απόφασης: Οι δασμοί είναι φόρος – αρμοδιότητα του Κογκρέσου
Με ψήφους 6-3, η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι ο νόμος στον οποίο στηρίχθηκε η κυβέρνηση – ο International Emergency Economic Powers Act (IEEPA) – δεν εξουσιοδοτεί ρητά τον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς. Το κρίσιμο σημείο του σκεπτικού είναι ότι οι δασμοί συνιστούν μορφή φορολογίας, καθώς καταβάλλονται από Αμερικανούς εισαγωγείς και, τελικά, επιβαρύνουν καταναλωτές και επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, η εξουσία επιβολής τους ανήκει στο Κογκρέσο.
Το IEEPA επιτρέπει στον πρόεδρο να «ρυθμίζει» οικονομικές συναλλαγές και περιουσιακά στοιχεία σε περίπτωση εθνικής έκτακτης ανάγκης, όμως δεν αναφέρει ρητά τη δυνατότητα επιβολής δασμών. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι η γενική αυτή διατύπωση επαρκεί για να καλύψει και τους «ανταποδοτικούς» δασμούς, καθώς και μέτρα που συνδέονταν με τη διακίνηση φαιντανύλης.
Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή υπερβαίνει τα όρια του νόμου και θίγει τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Δύο κατώτερα ομοσπονδιακά δικαστήρια είχαν ήδη αποφανθεί ότι οι συγκεκριμένοι δασμοί ήταν παράνομοι, πριν η υπόθεση φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η απόφαση αφορά μεγάλο μέρος των δασμών που είχαν αποφέρει σημαντικά έσοδα τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας ερωτήματα για επιστροφές και για το πώς θα αναδιαμορφωθεί η εμπορική πολιτική.
Η «Ημέρα Απελευθέρωσης» και το αφήγημα των δασμών-σωτηρίας
Η δασμολογική στρατηγική του Τραμπ είχε παρουσιαστεί ως «Ημέρα Απελευθέρωσης» της αμερικανικής οικονομίας, με σαρωτικούς «ανταποδοτικούς» δασμούς που επηρέασαν σχεδόν κάθε εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος υποστήριζε ότι τα μέτρα αυτά θα απέφεραν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, σε βαθμό που –κατά τον ίδιο– θα μπορούσαν ακόμη και να αντικαταστήσουν τον φόρο εισοδήματος, ενώ είχε προτείνει και «μέρισμα από δασμούς» 2.000 δολαρίων προς τους πολίτες.
Επισήμως, η κυβέρνηση είχε παραδεχθεί ότι οι δασμοί καταβάλλονται από Αμερικανούς εισαγωγείς, όμως ο Τραμπ επέμενε ότι το κόστος «βαραίνει τις ξένες χώρες». Οικονομικοί αναλυτές και ανεξάρτητοι φορείς είχαν παρουσιάσει χαμηλότερες εκτιμήσεις για τα έσοδα σε σχέση με τα ποσά που επικαλείτο ο Λευκός Οίκος.
Πριν από την απόφαση, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει δραματικά ότι ενδεχόμενη ακύρωση των δασμών θα ισοδυναμούσε με «ΤΕΛΟΣ» για τις ΗΠΑ στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας, εντείνοντας το πολιτικό διακύβευμα.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dgk03cpukqzl?integrationId=eexbs1jkg0kofln}
Οργισμένη αντίδραση Τραμπ: «Ντροπή» και επιθέσεις σε Δικαστήριο και Δημοκρατικούς
Η απάντηση του Τραμπ ήταν άμεση και σε εξαιρετικά υψηλούς τόνους. Χαρακτήρισε την απόφαση «ντροπή» και «απογοητευτική», κατηγορώντας το Δικαστήριο ότι «δεν είχε το θάρρος να κάνει το σωστό». Υποστήριξε ότι η ετυμηγορία «ταυτίζεται με ξένα συμφέροντα» και άφησε αιχμές ότι ορισμένοι δικαστές φοβήθηκαν «μικρά κινήματα» που, όπως είπε, δεν εκφράζουν τον αμερικανικό λαό.
Στρέφοντας τα πυρά του στους πολιτικούς αντιπάλους, κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι «απεχθάνονται το έθνος» και ότι αντιτίθενται σε κάθε πολιτική που «κάνει την Αμερική μεγάλη ξανά». Έκανε λόγο για «ηλίθιους» που ευθυγραμμίζονται με τη «ριζοσπαστική αριστερά», ενώ διαβεβαίωσε ότι η απόφαση δεν τον αποτρέπει: «Μπορώ να επιβάλω κι άλλους δασμούς. Η εξουσία μου είναι ισχυρή».
Σε μια χαρακτηριστική αποστροφή, δήλωσε πως, αν ήθελε, θα μπορούσε να επιβάλει εμπάργκο και να «καταστρέψει το εμπόριο μιας χώρας», διερωτώμενος γιατί δεν του επιτρέπεται να επιβάλει έστω έναν δασμό «ενός δολαρίου». Παράλληλα, επέμεινε ότι οι δασμοί ενισχύουν την «οικονομική εθνική ασφάλεια» και χρησιμοποιήθηκαν ως «ποινή» για τα «δηλητήρια» που –κατά τον ίδιο– έφταναν στις ΗΠΑ.
Νέος παγκόσμιος δασμός 10% και εναλλακτικές νομικές οδοί
Στην ίδια τοποθέτηση, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει άμεσα στην επιβολή νέου οριζόντιου, παγκόσμιου δασμού 10%, αξιοποιώντας το λεγόμενο Άρθρο 122 της εμπορικής νομοθεσίας. Παράλληλα, προανήγγειλε έρευνες βάσει του Άρθρου 301 για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη νομική βάση για στοχευμένους δασμούς σε συγκεκριμένες χώρες ή προϊόντα.
Ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να ζητήσει τη συνδρομή του Κογκρέσου, υποστηρίζοντας ότι «δεν χρειάζεται» και ότι διαθέτει επαρκείς εξουσίες. Το μήνυμα ήταν σαφές: η στρατηγική των δασμών δεν εγκαταλείπεται, αλλά επανασχεδιάζεται.
Πολιτικές και διεθνείς αντιδράσεις: Δικαίωση και ανησυχία
Οι Δημοκρατικοί υποδέχθηκαν την απόφαση ως θεσμική δικαίωση, κάνοντας λόγο για «νίκη για τα αμερικανικά νοικοκυριά» και υπενθυμίζοντας ότι το Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο την επιβολή φόρων. Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, η εικόνα ήταν διχασμένη: ορισμένοι κατήγγειλαν «δικαστική υπέρβαση», ενώ άλλοι υπογράμμισαν τη σημασία του σεβασμού των συνταγματικών ορίων.
Στο εξωτερικό, βασικοί εμπορικοί εταίροι, όπως το United Kingdom, η European Union και ο Canada, αντέδρασαν με συγκρατημένη ικανοποίηση, ζητώντας σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Επιχειρηματικοί φορείς προειδοποιούν ότι η αβεβαιότητα παραμένει, καθώς ο Λευκός Οίκος διαθέτει εναλλακτικά εργαλεία για την επιβολή εμπορικών μέτρων.
Η απόφαση συνιστά σαφές όριο στις προεδρικές εξουσίες στον τομέα του εμπορίου. Ωστόσο, η πολιτική σύγκρουση που πυροδότησε –και ο νέος γύρος δασμών που προαναγγέλθηκε– δείχνουν ότι η μάχη για το ποιος καθορίζει την οικονομική στρατηγική των ΗΠΑ μόλις εισέρχεται σε νέα, πιο συγκρουσιακή φάση.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dgk0adsdt66h?integrationId=eexbs1jkg0kofln}






