Η συμμετοχή των πολιτών έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας το 80%, γεγονός που αντανακλά την έντονη πόλωση αλλά και τη σημασία της συγκεκριμένης εκλογικής αναμέτρησης. Παρότι δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα αποτελέσματα ή exit polls, εκτιμήσεις από δημοσκοπικούς οργανισμούς δίνουν σαφές προβάδισμα στο κίνημα Tisza του Μάγιαρ, με ποσοστά που ενδέχεται να του εξασφαλίσουν ακόμη και ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι τελευταίες δημοσκοπικές εκτιμήσεις που δημοσιεύτηκαν μετά το κλείσιμο των εκλογικών κέντρων ενισχύουν το σενάριο μιας ιστορικής ανατροπής στην Ουγγαρία, καθώς –σύμφωνα με το ινστιτούτο Median– η αντιπολίτευση του Πέτερ Μάγιαρ προηγείται με περίπου 55,5%, έναντι 37,9% του Όρμπαν. Τα στοιχεία αυτά, που βασίζονται σε έρευνα των τελευταίων ημερών της προεκλογικής εκστρατείας, επιβεβαιώνουν τη γενικότερη τάση που κατέγραφαν και άλλες μετρήσεις, δείχνοντας σαφή δυναμική υπέρ της αντιπολίτευσης. Αν και δεν υπάρχουν επίσημα exit polls, τα πρώτα δεδομένα και τα εσωτερικά μοντέλα των κομμάτων συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι ο Μάγιαρ θα μπορούσε να εξασφαλίσει ακόμη και ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που –αν επιβεβαιωθεί– θα σηματοδοτήσει μια βαθιά πολιτική αλλαγή μετά από περισσότερο από μία δεκαετία κυριαρχίας του Όρμπαν. Πολλά θα εξαρτηθούν από το αν καταφέρει να εξασφαλίσει πλειοψηφία 2/3.
Ο Όρμπαν, υπερασπιζόμενος την πολιτική του πορεία, υποστήριξε κατά την ψηφοφορία ότι η χώρα χρειάζεται «εμπειρία και όχι πειράματα», ενώ απέφυγε να δηλώσει αν αυτή θα είναι η τελευταία του εκλογική μάχη, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «είναι ακόμη νέος». Η διακυβέρνησή του έχει δεχθεί έντονη κριτική από την Ευρωπαϊκή Ένωση για ζητήματα κράτους δικαίου, διαφθοράς και στενών σχέσεων με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα να έχουν παγώσει περίπου 18 δισεκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων προς τη Βουδαπέστη.
Από την πλευρά του, ο Μάγιαρ –πρώην στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος Fidesz– έχει αναδειχθεί ταχύτατα ως κεντρική πολιτική δύναμη μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Έχει θέσει ως βασική προτεραιότητα την αποκατάσταση των σχέσεων της Ουγγαρίας με τις Βρυξέλλες, την απελευθέρωση των ευρωπαϊκών κονδυλίων και τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής. Παράλληλα, παρουσιάζει τις εκλογές ως στρατηγική επιλογή «Ανατολής ή Δύσης» για τη χώρα.
Η προεκλογική περίοδος χαρακτηρίστηκε από έντονες αντιπαραθέσεις και αλληλοκατηγορίες μεταξύ του Fidesz και της αντιπολίτευσης για παραπληροφόρηση, εξαγορά ψήφων και απόπειρες υπονόμευσης της εκλογικής διαδικασίας. Παρά τις εντάσεις, ο πρόεδρος της χώρας Tamás Sulyok διαβεβαίωσε ότι η εκλογική διαδικασία διεξήχθη ομαλά - παρά τις φωνές περί νοθείας - και ότι το αποτέλεσμα θα αποτελέσει νόμιμη εντολή για την πορεία της χώρας.
Αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, η ήττα του Όρμπαν θα σηματοδοτήσει το τέλος μιας πολιτικής εποχής που διαμόρφωσε ένα μοντέλο «ανελεύθερης δημοκρατίας» και επηρέασε ευρύτερα λαϊκιστικά και εθνικιστικά κινήματα στη Δύση, ενώ θα ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο για την Ουγγαρία με προσανατολισμό πιο κοντά στον ευρωπαϊκό πυρήνα.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dhrbiqfhqam9?integrationId=eexbs1jkg0kofln}





