Το ερώτημα που τίθεται στους πολίτες της σκανδιναβικής χώρας, με πληθυσμό σχεδόν 400.000 κατοίκων, είναι απλό:
«Θα πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση;»
Όπως μεταδίδει το CNBC, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το συμβουλευτικό δημοψήφισμα αναμένεται να κριθεί στο νήμα, καθώς η κοινή γνώμη εμφανίζεται ουσιαστικά διχασμένη.
Σε περίπτωση που επικρατήσει το «ναι», θα ανοίξει ο δρόμος για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Εφόσον αυτές ολοκληρωθούν επιτυχώς, η συμφωνία θα τεθεί σε νέο δημοψήφισμα, στο οποίο οι Ισλανδοί θα κληθούν να αποφασίσουν οριστικά αν αποδέχονται ή απορρίπτουν την ένταξη.
Η ψηφοφορία πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αρκτική αναδεικνύεται σε κομβική περιοχή για τα κρίσιμα ορυκτά, ενώ η κλιματική αλλαγή προκαλεί ταχεία τήξη των θαλάσσιων πάγων, ανοίγοντας εποχικά νέες θαλάσσιες διαδρομές.
Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναφέρει με ένταση την επιδίωξή του να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, της πλησιέστερης γειτονικής χώρας της Ισλανδίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας είναι απαραίτητος για λόγους εθνικής ασφάλειας. Μάλιστα, σε ειδική ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός νωρίτερα φέτος, φάνηκε επανειλημμένα να συγχέει τη Γροιλανδία με την Ισλανδία.
«Όλα τα επιχειρήματα που προβάλλει ο Αμερικανός πρόεδρος για το γιατί θα ήταν αναγκαίο για τις ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία ισχύουν εξίσου και για την Ισλανδία. Η μόνη διαφορά είναι ότι η Ισλανδία είναι επισήμως ανεξάρτητο κράτος», δήλωσε ο Εϊρίκουρ Μπέργκμαν, καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Bifröst της Ισλανδίας.
Η ασφάλεια και η αλλαγή των ισορροπιών
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην Ε.Ε. το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ωστόσο, το 2013 ανέστειλε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, όταν ανέλαβε την εξουσία ένας ευρωσκεπτικιστικός κυβερνητικός συνασπισμός.
Στις αρχές του έτους, η υπουργός Εξωτερικών της Ισλανδίας, Θόρντγκερντουρ Γκούναρσντότιρ, δήλωσε ότι ο βαθύτερος διάλογος και η ενισχυμένη συνεργασία με την Ε.Ε. θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα για την προάσπιση των συμφερόντων της χώρας.
«Είναι σαφές ότι το διεθνές σύστημα στο οποίο ζήσαμε από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται σε αναταραχή», έγραψε σε άρθρο της στην ισλανδική εφημερίδα Visir.
Οι εξελίξεις γύρω από τη Γροιλανδία δεν είναι, ωστόσο, ο μοναδικός λόγος που η ευρωπαϊκή προοπτική επανέρχεται στο προσκήνιο.
Ο Μπέργκμαν επισημαίνει ότι ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η μειωμένη εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ ως εταίρο στον τομέα της ασφάλειας.
Η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ και η μοναδική χώρα της Συμμαχίας που δεν διαθέτει δικές της ένοπλες δυνάμεις. Παράλληλα, βρίσκεται πάνω από το λεγόμενο GIUK Gap, το στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο συνδέει την Αρκτική με τον Ατλαντικό.
«Η ασφάλεια και η άμυνα της Ισλανδίας προστατεύονται από τη συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ, αλλά και, για πολλούς ακόμη πιο σημαντικά, από μια διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ από το 1951. Τώρα πολλοί επανεξετάζουν κατά πόσο αυτή η αμυντική συμφωνία εξακολουθεί να είναι αξιόπιστη», σημείωσε ο Μπέργκμαν.
Παρά τη γεωπολιτική διάσταση, πολιτικοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η συζήτηση για την ένταξη στην Ε.Ε. εξακολουθεί να καθορίζεται κυρίως από εσωτερικά ζητήματα, με την οικονομία, την εθνική κυριαρχία και την αλιεία να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Η οικονομία, η κορόνα και η αλιεία
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ του «ναι» αφορά το ισλανδικό νόμισμα, την κορόνα, η οποία είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμη και είναι γνωστό ότι μπορεί να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις.
«Η σημερινή κυβέρνηση, υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών, η οποία ουσιαστικά ήταν εκείνη που υπέβαλε την πρώτη αίτηση ένταξης, επαναφέρει τώρα την προσπάθεια να κλείσει αυτή την εκκρεμότητα», δήλωσε ο Στίβεν Μπλόκμανς, αναπληρωτής διευθυντής στο International Centre for Defence and Security.
Από την άλλη πλευρά, η πρώην πρωθυπουργός της Ισλανδίας Κατρίν Γιάκομπσντοτιρ δεν βλέπει πειστικό λόγο για την ένταξη στην Ε.Ε. Όπως υποστηρίζει, η χώρα έχει ήδη στενή οικονομική συνεργασία με την Ένωση, ενώ οι πολίτες της απολαμβάνουν υψηλό βιοτικό επίπεδο.
«Αν η πλειοψηφία του λαού θέλει να υποβάλουμε αίτηση, είναι πολύ σημαντικό να ακούσουμε αυτή την πλειοψηφία, αλλά εγώ δεν έχω αλλάξει θέση», δήλωσε η Γιάκομπσντοτιρ.
Στην πραγματικότητα, η Ισλανδία είναι ήδη βαθιά ενταγμένη στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά της Ε.Ε., χωρίς να είναι πλήρες μέλος της Ένωσης. Παράλληλα, συμμετέχει στη Ζώνη Σένγκεν, επιτρέποντας στους πολίτες της να ταξιδεύουν χωρίς διαβατηριακούς ελέγχους μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στη συμφωνία.
Ένα «success story» για την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Για την ίδια την Ε.Ε., μια πιθανή επιστροφή της Ισλανδίας στο τραπέζι των ενταξιακών διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική πολιτική επιτυχία, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση το 2020.
Ο Μπέργκμαν εκτιμά ότι, σε περίπτωση επικράτησης του «ναι», μια συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί σχετικά γρήγορα, καθώς η κυβερνητική συμμαχία της Ισλανδίας πλησιάζει προς τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα πρέπει να διεξαχθούν το αργότερο έως τον Αύγουστο του 2028.
«Το μεγαλύτερο είναι καλύτερο σε αυτή την εποχή, φαίνεται», σχολίασε ο Μπλόκμανς.
Όπως πρόσθεσε, η ένταξη μιας χώρας που συγκαταλέγεται στις κορυφαίες παγκοσμίως ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και παρουσιάζει εξαιρετικές επιδόσεις σε επίπεδο δημοκρατικών θεσμών θα έδινε αναμφίβολα «επιπλέον λάμψη» στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Το αυριανό δημοψήφισμα, επομένως, δεν αφορά μόνο το αν η Ισλανδία θα ξανακαθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες. Αποτυπώνει και ένα ευρύτερο ερώτημα: σε μια ολοένα πιο αβέβαιη γεωπολιτική πραγματικότητα, πόσο ασφαλής και βιώσιμη είναι για την Ισλανδία η επιλογή να παραμείνει εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης





