Θετικές πρωτοβουλίες: Φοροελαφρύνσεις και μεταρρυθμίσεις
Ο Πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), Βασίλης Κορκίδης, χαρακτήρισε τις φοροελαφρύνσεις ύψους 1,6 δισ. ευρώ από το 2026 ως «γενναίο πακέτο», το οποίο στοχεύει στην ενίσχυση της μεσαίας τάξης, των νέων και των οικογενειών με παιδιά. Επισήμανε ως θετικά τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, τις ελαφρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ, τη μείωση του φόρου στα ενοίκια, αλλά και την προσπάθεια διόρθωσης στρεβλώσεων στη φορολογική κλίμακα.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Πρόεδρος του ΕΒΕΑ, Γιάννης Μπρατάκος, χαιρέτισε την κατεύθυνση των μέτρων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις προβλέψεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την ενίσχυση της εξωστρέφειας, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και τις μεταρρυθμίσεις σε θεσμικό επίπεδο - όπως η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου και η λειτουργία σύγχρονων Πολεοδομιών.
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, αναγνώρισε ως θετική εξέλιξη τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, ιδιαίτερα για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα πάγιο κοινωνικό αίτημα που ικανοποιείται.
Ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών (ΕΣΑ), Σταύρος Καφούνης, καλωσόρισε τις εξαγγελίες για τη στήριξη οικογενειών, νέων και της μεσαίας τάξης, δίνοντας έμφαση στη θετική κοινωνική διάσταση της μείωσης των άμεσων φόρων και στην αναμενόμενη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Ωστόσο, επεσήμανε ότι η επιχειρηματικότητα - και ιδίως το εμπόριο, που αποτελεί τον ισχυρότερο εργοδότη της χώρας - δεν έτυχε της ανάλογης προσοχής. Υπογράμμισε την ανάγκη κατάργησης της τεκμαρτής φορολόγησης και του τέλους επιτηδεύματος, της μείωσης ασφαλιστικών εισφορών και της ενίσχυσης της ρευστότητας, ως βασικών προϋποθέσεων για βιώσιμη ανάπτυξη.
Σημεία προβληματισμού: ακρίβεια, ΜμΕ και ενεργειακό κόστος
Ωστόσο, και οι τέσσερις εκπρόσωποι δεν παρέλειψαν να επισημάνουν τα κενά και τις αστοχίες στις εξαγγελίες.
Ο κ. Κορκίδης σημείωσε την απουσία ουσιαστικών αναφορών στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εκτός του πρωτογενούς τομέα και της ναυτιλίας. Τόνισε επίσης την ανάγκη για περισσότερα μέτρα στήριξης των επενδύσεων και της αγοράς.
Ο κ. Μπρατάκος, αν και αισιόδοξος, αναφέρθηκε στην ανάγκη για πρόσθετες μεταρρυθμίσεις, όπως ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, η αντιμετώπιση της αθέμιτης ανταγωνιστικότητας και η κάλυψη των ελλείψεων σε εξειδικευμένο προσωπικό. Έθεσε επίσης το ζήτημα της ανάγκης για μόνιμο μηχανισμό μείωσης του ενεργειακού κόστους για τις παραγωγικές επιχειρήσεις.
Πιο αιχμηρός, ο κ. Χατζηθεοδοσίου, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα μέτρα μπορούν να αντιμετωπίσουν το μείζον ζήτημα της ακρίβειας. Τόνισε πως δεν αρκεί η αύξηση του εισοδήματος αν δεν συγκρατούνται οι τιμές, ενώ χαρακτήρισε μεγάλη χαμένη ευκαιρία τη μη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά. Παράλληλα, επέκρινε την έλλειψη πρόβλεψης για κατάργηση της προκαταβολής φόρου, του τέλους επιτηδεύματος και τον τεκμαρτό προσδιορισμό εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών.
Ο κ. Καφούνης, από την πλευρά του, επανέφερε στο προσκήνιο την ανάγκη συνολικής ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την επιβράβευση των συνεπών επιχειρήσεων, καθώς και την οριστική κατάργηση του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης και του τέλους επιτηδεύματος, επισημαίνοντας ότι χωρίς στοχευμένα μέτρα για το εμπόριο, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική και δίκαιη ανάπτυξη.
Συνοψίζοντας, η επιχειρηματική κοινότητα εμφανίζεται θετικά διακείμενη, αλλά όχι απόλυτα ικανοποιημένη από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης. Αν και οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για την αγορά: από την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του ενεργειακού κόστους, έως τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και του εμπορίου, με στοχευμένα και ουσιαστικά μέτρα.






